Monday, October 10, 2011

Midnight in Paris


Η αλήθεια είναι ότι ο Woody Allen έχει μεγαλώσει. Κι αυτή η εμμονική τακτική του να βγάζει μια ταινία το χρόνο είναι αδύνατον να αποδίδει κάθε φορά. Τα τελευταία χρόνια (έχω παρατηρήσει ότι συμβαίνει πια ανά δυο ταινίες), μας παρουσιάζει μια αρχική ιδέα, η οποία όμως έχει πραγματωθεί κάπως τσαπατσούλικα (όσο μπορεί να το επιτρέψει ένα ασκημένο ένστικτο και μια εμπειρία άνω των 50 χρόνων). Ως εκ τούτου, έχουμε μια εξαιρετική κεντρική ιδέα, η οποία εμφανώς προέρχεται είτε από άτακτες σημειώσεις μιας ολόκληρης ζωής, είτε από ανολοκλήρωτα project και αναπάντητα φιλοσοφικά ερωτήματα που ταλανίζουν το δημιουργό (όσο ωριμάζει και νιώθει το τέλος να πλησιάζει, τόσο πιο έντονα). Καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας αυτή η ιδέα γυρίζει γύρω από τον εαυτό της, χωρίς ο σκηνοθέτης να αναπτύσσει ιδιαίτερα, ούτε την πλοκή, ούτε τους χαρακτήρες, ούτε το στιλ, ούτε όμως και τα διανοήματα που αποτελούν την αρχική αφορμή. 

Το Midnight in Paris είναι μια πανέμορφη ταινία, ίσως από τις πιο όμορφες αισθητικά ταινίες του Allen, όμως το θέμα της, υπό άλλες συνθήκες ο δαιμόνιος σκηνοθέτης θα το είχε καλύψει σε μια από εκείνες τις ολιγόλεπτες συζητήσεις ομοτράπεζων διανοούμενων που συνήθιζε να παρεμβάλλει κάποτε στις ταινίες του. Ωστόσο επιλέγει να εξαπλώσει τη βασική του θέση σε μιάμιση ώρα, αρκούμενος στο να παραθέτει λογοτεχνικά ανέκδοτα και πνευματικά gags στο διαβασμένο κοινό του (για τους υπόλοιπους, που δεν έχουν ιδέα από τον πριμιτίφ ορθολογισμό της Γερτρούδης Στάιν ή τον τραχύ ηρωισμό του Έρνεστ Χέμινγουεϊ, φτιάχνει απλώς γοητευτικές, κι άμεσα εξαργυρώσιμες φιλμικές καρικατούρες). Το τελικό αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι ο πυρήνας, ενός από τα πιο πνευματώδη διηγήματα του, ακόμα κι αν παραμέριζε το φιλοσοφικό υπόβαθρο κι άφηνε απλώς τις πιο λαμπρές πνευματικές προσωπικότητες του 20ου αιώνα να αλληλεπιδρούν. 

Αυτό δε σημαίνει ότι είναι μια κακή ή αδύναμη ταινία. Αντιθέτως, μπορεί κάλλιστα να καταμετρηθεί ανάμεσα στις πιο γοητευτικές και φιλικές προς τον αμύητο θεατή κινηματογραφικές του καταθέσεις. Τι είναι αυτό όμως που κάνει το «Μεσάνυχτα στο Παρίσι» με όλες τις αδυναμίες της μια ακαταμάχητη ταινία; Παραβλέπω (με δυσκολία ομολογώ) το Παρίσι, το οποίο είναι από μόνο του μιας εγγύηση ομορφιάς και συναισθηματικής φόρτισης, ακόμα κι αν δεν το έχεις επισκεφτεί ποτέ. Η πραγματική γοητεία του φιλμ βρίσκεται αλλού: στην αφοπλιστική ειλικρίνεια του. Στην πραγματική υπαρξιακή αγωνία που βιώνει ο δημιουργός Allen (ας μην κρυβόμαστε μεταξύ μας είναι κοινή αίσθηση και παραπάνω από εμφανές ότι ο Owen Wilson στην ταινία δεν είναι παρά μια προβολή του ίδιου του σκηνοθέτη) στο κυνήγι της μούσας. Είναι αυτή η ουσιαστική ανησυχία ότι δε θα καταφέρει ποτέ να αφομοιώσει ολοκληρωτικά (όσο κι αν το επιθυμεί) την Τέχνη, τη γνώση και τη δημιουργία. Είναι η συνειδητοποίηση ότι όσο πλησιάζει το τέλος, τόσο πιο σαφές γίνεται ότι οφείλει να συμφιλιωθεί με την αδυναμία να φτάσει το όλον, ακόμα κι αν έχει βρει το δρόμο προς αυτό κι έχει αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή του στο ταξίδι. Και πλάι σε όλα αυτά ένα μεγάλο συγνώμη της Αμερικής στην ευρωπαϊκή διανόηση και μια ειλικρινής έκφραση πίστης του ίδιου του Allen στην πνευματική του πατρίδα.

Έχω την αίσθηση ότι με τα «Μεσάνυχτα» ο Allen ξορκίζει αυτούς ακριβώς τους φόβους του. Δεν είναι τυχαίο, ότι ο ήρωας του ονειρεύεται το Παρίσι της δεκαετίας του 30, λίγα χρόνια πριν την άνοδο του ναζισμού και τις αρχές του β’ παγκοσμίου πολέμου, που θα σκόρπιζαν τις χαρούμενες συντροφιές του Παρισιού στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, σπάζοντας τις αδύναμες γοητευτικές τους κλίκες. Ο Allen μοιάζει να θέλει να προσδώσει στο παρελθόν τις σωστές του διαστάσεις: αυτές του φευγαλέου πόθου μιας άλλης πραγματικότητας, της γοητευτικής απόστασης από την αναμέτρηση με την συντριπτική για τον καλλιτέχνη πραγματικότητα. Ο κόσμος των ιδεών, αν ξεφύγει από τη σφαίρα της ιδέας, δεν είναι παρά ένας κόσμος σαν τον δικό μας, εξίσου απομυθοποιημένος και το βασικότερο με λιγότερες ανέσεις κι ευκολίες. Η μόνη που μπορεί με ευκολία να αλλάζει εποχές και χρόνους, χωρίς να δίνει δεκάρα, είναι η Μούσα, η έμπνευση, η καλλιτεχνική αφορμή, η οποία είναι έτσι κι αλλιώς απρόσιτη, αφηρημένη, κι εκτός αυτού του κόσμου. 

Κι αφού ξορκίσει το παρελθόν, έρχεται να αθωώσει το παρόν, να ανιχνεύσει και να απενοχοποιήσει την ποιητικότητα και το λυρισμό του. Και ποιο μέρος του κόσμου είναι ιδανικότερο για κάτι τέτοιο από το ίδιο το Παρίσι; Και ποιος σκηνοθέτης είναι καταλληλότερος από τον Woody Allen των ρομαντικών κομεντί; Έρχεται λοιπόν σαν από μηχανής Θεός, έχοντας πια την εξουσία να το κάνει και χαρίζει στον καταραμένο ήρωα του, μια κάπως καταχρηστική κάθαρση. Του επιτρέπει να τη βγάλει καθαρή, τον αφήνει να ελπίζει ότι δεν έχουν τελειώσει οι παρτίδες του με τη Μούσα, απλώς έχουν μετασχηματιστεί σε κάτι που μπορεί να διαχειριστεί πιο εύκολα και με λιγότερη υπαρξιακή αγωνία. Κι αν του συγχωρείς το εύκολο ρομαντικό φινάλε είναι γιατί πίσω απ’ αυτό βλέπεις την ανάγκη του δημιουργού για ένα ευτυχισμένο τέλος. Έναν ανοιχτό δρόμο, χωρίς χρωστούμενα στο παρελθόν και συγγένειες - φαντάσματα. Κι ας μην είναι μια βόλτα στη νύχτα με τα αστέρια του Van Gogh. Ας είναι απλώς μια βόλτα δίχως ομπρέλα στη βροχή. 


5 comments:

kihli said...

σ'ευχαριστώ :)

είναι ώρα να τη δω

Jirashimosu said...

@kihli:
Θα τη λατρέψεις:-)

apsoy said...

Σα να διαβάζεις τις σκέψεις μου. Απόλυτη ταύτιση. :)

ασωτος γιος said...

θα παω να την δω σημερα, δευτερα βροχερη ειναι οτι πρεπει για σινεμα αλλα στο λεω απο πριν εγω τον Γουντι Αλεν τον βαριεμαι εδω και καιρο

theo said...

Ευχαριστούμε Γεράσιμε για το υπέροχο κείμενο!

Στην ταινία είδα βιωμένες αλληγορίες που με συγκλόνισαν... Κατάλαβα πως κι άλλοι νιώθουν αυτή τη δίψα που κάποτε συνοψίζαμε στις χαριτολογίες ψυχής: «Δεν θα πάρω τηλέφωνο τους φίλους μου σήμερα, θα πάρω τηλέφωνο τον Apollinaire, τον Verlaine, τον Rimbaud… Έχω ανάγκη να τους μιλήσω, να μου μιλήσουν».

Όταν χορεύει ο ήρωας-προβολή με την Αντριάνα στο υπερταξίδι του 1880, είναι σα να χορεύει η ταινία του Woody με τον πίνακα του Picasso: νυφική ένωση Τέχνης με την Τέχνη... Ο Woody πια είναι κομμάτι της παγκόσμιας παράδοσης και κάτι από εκείνον θα χορεύει με τους αιώνιους στην αιωνιότητα.

Όσο για τις ιδέες; Στο μύθο της ταινίας, αυτές έρχονται από το μέλλον, μυστηριωδώς, με τους χρονοναύτες-αγγέλους... Τα ρούχα της Αντριάνα ενέπνευσαν τα καμπαρέ, η ιδέα για το El ángel exterminador ήρθε από τον ήρωα-Woody…

Είναι όμορφο όταν ο Woody γίνεται λίγο λιγότερο νευρωτικός κοιτώντας γαλήνια τη ροή των αιώνων, που μοιάζει με τη ροή του Σηκουάνα...