Tuesday, April 04, 2017

fine al rito


Ο Πειραιάς συννεφιασμένος.
Μια μπάντα προβάρει ποστ ροκ όνειρα.
- To σετ του Απρίλη -
Ντραμς ρυθμικά.
Θορυβημένα περιστέρια.
Γόπες και άδειοι αναπτήρες.
Ο αέρας μετριέται, κόβεται και μοιράζεται - 
πρόσφορο στους περαστικούς.
Μια γυναίκα τακτοποιεί την πραμάτεια της.
Χαμογελάει μόνη της
- και δεν ειναι καν εφτά -
Ένα τρένο περνάει.
Δεύτερο.
Καφές στο χέρι.
Τρίτο.
Ο Πειραιάς συννεφιασμένος.
Norma - Πράξη πρώτη: Casta Diva.
“Αγνή θέα σκέπασε μας με ασήμι.”
Κανονικά νυχτώνει αργά.
Απόγευμα Δευτέρας.
Προάγγελος.


Saturday, April 01, 2017

τοπία


Υπέροχη άγνωστη μου φιλόμουση κυρία μυθικής ηλικίας μού έπιασε την κουβέντα χτες βράδυ στην πρεμιέρα των "Τοπίων" στη Νέα Λυρική μας Σκηνή στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος.

“Μόνο εσείς βλέπετε καλά εδώ μέσα… Εγώ έχω μπροστά μου ένα κάγκελο και πρέπει να στέκομαι διαρκώς όρθια. Ανεπίτρεπτο. Κι εκτός αυτού, είναι χρώμα αυτό; πόνεσαν τα μάτια μου...”

Εν ολίγοις δεν ήταν ικανοποιημένη με τίποτα και προφανώς είχε ανάγκη κάπου να εμπιστευτεί τον πόνο της. Εκτός από την κακή ορατότητα από τη θέση της, την ενοχλούσαν τα πάντα: τα ευτελή υλικά στην κατασκευή ("μα τί είναι αυτά τα χαρτόνια που κρέμονται από το ταβάνι;") , η προβληματική και εντελώς πασέ αρχιτεκτονική της αίθουσας, ο μικρός χώρος (ω ναι!), οι πολλοί εξώστες (“πως θα ακούει και θα βλέπει τόσος κόσμος εκεί πάνω;”). Ακόμα και η απόσταση από το παρκινγκ (“θα βρέξει καμιά μέρα και θα θέλουμε βάρκα για να έρθουμε”.)

Γύρισα να την κοιτάξω καλύτερα. Το βλέμμα στο περιποιημένο κοντοκουρεμένο κεφάλι της ήταν πραγματικά έντρομο. Ντυμένη με ένα εκτυφλωτικό καναρινί ταγέρ, έμοιαζε με ένα κοκέτικο μικροκαμωμένο κίτρινο ψαράκι έξω απ’ τα νερά του. Δεν άργησε να αποκαλύψει τον πραγματικό λόγο της ολοκληρωτικής της δυσαρέσκειας:

“Ήμασταν τόσο καλά στο Ολύμπια: όμορφο, αρχοντικό, μαζεμένο… βλέπαμε από παντού, ξέραμε κάθε γωνιά του. Αχ και τί παραστάσεις είχαμε δει εκεί μέσα. Όμορφες εποχές, αξέχαστες…”

Μιλούσε με πραγματική νοσταλγία για “όμορφες κι αξέχαστες εποχές” κι ας μην έχουν περάσει παρά ελάχιστοι μήνες από την τελευταία παράσταση στο Ολύμπια και τη μεταφορά της λυρικής στο Ίδρυμα Νιάρχος. Η σχεδόν ψιθυριστή, υγρή φωνή της πενθούσε μέσα από τον καταιγισμό των παραπόνων της μια ολόκληρη εποχή που άφηνε πίσω και το καταναγκαστικό της πέρασμα σε μια καινούργια. Μια μικρή πολιτιστική εξόριστη τσαρίνα στην παγωμένη σιβηρία της Καλλιθέας.

Χτύπησε το τρίτο κουδούνι…

“Άντε να σας αφήσω να απολαύσουμε την παράσταση… Εσείς δηλαδή, γιατί εγώ ούτε που ξέρω τί θα καταφέρω να δω με αυτό το κάγκελο…”

Τα φώτα χαμήλωσαν, η αυλαία σηκώθηκε, αποκαλύπτοντας μια υπέροχη, εξαιρετικά φωτισμένη σκηνή ισάξια των ομορφότερων (όσων τέλος πάντων έχω δει) σκηνών της Ευρώπης. Η επιλογή των “Τοπίων” - ενός τριπτύχου τριών σύγχρονων χορογράφων (ανάμεσα στους οποίους κι ο Αντώνης Φωνιαδάκης - διευθυντής πια του μπαλέτου της λυρικής σκηνής) φάνταζε ιδανική. Ένα χορογραφημένο μανιφέστο - κλείσιμο ματιού, για τις προθέσεις της λυρικής σκηνής ως προς τη νέα της κατεύθυνση.

Δε μου φάνηκαν και τα τρία έργα το ίδιο πετυχημένα (ο πολυαναμενόμενος Μπενζαμέν Μιλπιέ σα να απογοήτευσε λίγο). Κι όμως η δύναμη, η φρεσκάδα, η φόρα με την οποία η Λυρική μπαίνει καλπάζοντας σε μια νέα φάση ήταν αφοπλιστική. Είδα νέες ιδέες, νιάτα, ελευθερία αλλά κι ένα σεβασμό στις κλασικές φόρμες συγκινητικό. Ένιωσα πως μια όμορφη εντελώς νέα εποχή ξημέρωνε για τον εντός της χώρας πολιτισμό μας κι ήμουν παρών σε μια ιστορική πρώτη βραδιά, που θα αποτελεί σημείο αναφοράς για κάθε παράσταση που θα παρακολουθήσω εκεί μέσα μέσα στα (ελπίζω πολλά) επόμενα χρόνια.

Στα διαλείμματα ύστερα από κάθε κομμάτι γύριζα να κοιτάξω την απογοητευμένη φίλη μου. Φυσικά κανένα κάγκελο δεν εμπόδιζε το οπτικό της πεδίο. Ωστόσο το βλέμμα της ήταν χαμένο σε βαθιές σκέψεις. Ίσως να μην της άρεσε καθόλου αυτό που έβλεπε· ίσως πάλι να πρόβαλε με το νου της σκηνές από θρυλικές παραστάσεις που αγάπησε στο “Ολύμπια” εκείνες τις “παλιές ωραίες εποχές”· ίσως απλώς το τόσο κόκκινο να της πονούσε τα μάτια.

Η παράσταση τέλειωσε με το ηλεκτροφόρο “Shaker Loops” του Φωνιαδάκη· ενέργεια εκρηκτική - το ιδανικό φινάλε μιας βραδιάς υποσχέσεων. Μετά την υπόκλιση, όταν άναψαν τα φώτα, γύρισα πάλι να κοιτάξω τη μυθική κυρία μου. Είχε εξαφανιστεί χωρίς να την καταλάβω, μέσα σε ενθουσιώδη χειροκροτήματα. Προφανώς είχε γλιστρήσει αθόρυβη και βιαστική από την έξοδο προς το πάρκινγκ φοβούμενη μην πνιγεί από καμιά απρόσμενη, ξαφνική καταιγίδα.

Βγαίνοντας στο ανοιχτό αίθριο του ιδρύματος, ανάμεσα σε ενθουσιώδεις (και λιγότερο ενθουσιώδεις) θεατές, χαμογελαστά λαμπερά πρόσωπα που φωτογραφίζονταν με φόντο τους διάφορους χώρους του ΚΠΙΣΝ, ανυποψίαστα παιδιά με ποδήλατα και ανθρώπους κάθε ηλικίας που απολάμβαναν απλώς την ανοιξιάτικη βόλτα τους, αναρωτήθηκα πόσες είναι οι πιθανότητες να ξαναπετύχω κάποτε σε κάποια από τις επόμενες παράστασεις τη φιλενάδα μου. Θα αποφασίσει να αποσυρθεί στο σπίτι της νοσταλγώντας τις χρυσές εποχές του "Ολύμπια" συμφιλιωμένη με το χρόνο που περνάει ή θα δώσει μια ευκαιρία στη Νέα Λυρική να διασκεδάσει την απογοήτευσή της προδομένης φιλόμουσης καρδιάς της μέσα στα χρόνια που θα έρθουν; Φαντάζομαι είναι κι αυτό ένα απ' τα πολλά, μεγάλα στοιχήματα της νέας εποχής που ξημερώνει.


Saturday, December 31, 2016

Επιζώντες (άλλη μια χρονιά)


Για το χρόνο που φεύγει (εύχομαι και για πολλά - πολλά χρόνια που θα έρθουν) ο ένας και μοναδικός απολογισμός μου. Μακάρι να ισχύει λέξη - λέξη μέχρι το τέλος.
Άλλη μια χρονιά γεμάτη λοιπόν, που με γράμματα δικά μου, καταγράφομαι κι εγώ στους επιζώντες.

Thursday, December 15, 2016

Κυριακή



H Κυριακή είναι μυρωδιές: μυρίζει φρέσκο καφέ και απόπειρα πρωινού αν κάποιος σ’ αγαπά αρκετά κι έχει χρόνο και διάθεση να στο φτιάξει (αν εισαι τυχερός στο φέρνει και στο κρεβάτι). 

Μυρίζει φρεσκοκοτυπωμένο χαρτί κυριακάτικης εφημερίδας μπερδεμένο με το πλαστικό του σελοφάν των προσφορών. Μυρίζει ο διαφορετικής σύνθεσης χαρτοπολτός των ίδιων των προσφορών: το λογοτεχνικό βιβλίο που πάντα ηθελες να αγοράσεις και ποτέ δεν αγόρασες, εκείνη η ταινία που δεν πρόλαβες στο σινεμά, το cd που ολοκληρωνει τη συλλογή σου. 

Η Κυριακή μυρίζει το μαλακτικό στο πάπλωμα ή το σεντόνι που έχεις επιτέλους χρόνο να εισπνεύσεις μέχρι να το χορτάσεις, αναμεμειγμένο με το άρωμα μιας επιδερμίδας που τεμπελιάζει δίπλα σου, απελευθερώνοντας χιλιάδες μικροσωματίδια χαλαρότητας κι ευεξίας. 

Μυρίζει πρωινό αφρόλουτρο και πριν καλά - καλά στεγνώσεις, τεμπέλικη πόλη που έχεις διάθεση να την καταβροχθίσεις πριν καν πάει μεσημέρι. 

Μυρίζει μεσημεριανό φαγητό (εννοείται πως μυρίζει μεσημεριανό φαγητό), είτε το εγγεγραμμένο στη μνήμη κυριακάτικο ψητό της μαμάς, είτε απενοχοποιημένη εξόρμηση σε εκείνο το εστιατόριο που σχεδιάζεις με την περέα σου μέρες. 

Μυρίζει κρασί και φίλους κι άλλο κρασί κι ένα εσπρεσάκι στο φινάλε με γλυκό ή με τσιγάρο - με όποια κατάχρηση τέλος πάντων σου χρωστάει η εβδομάδα. 

Μετα μυρίζει σινεμά. Αυτή την αίσθηση ασφάλειας, σκονισμένης μοκέτας και προσμονής της σκοτεινής αίθουσας. Μυρίζει ποπ κορν και σοκολάτα υγείας με πορτοκάλι. Δυο ώρες μετα ο ήλιος έχει ήδη πέσει κι η Κυριακή μυρίζει υγρασία και ησυχία. 

Μυρίζει μελαγχολία, μια θλιμμένη εκκρεμότητα που δεν έχεις ιδέα πως στο καλό γεννήθηκε από τα σπλάχνα μιας ευτυχισμένης μέρας. 

Μυρίζει ένα τελευταίο ποτό - αν έχεις το κουράγιο να το επιχειρήσεις, κι ύστερα κάτι πρόχειρο και βιαστικό για δείπνο στο πόδι. Μυρίζει ανεπαίσθητα αποσύνθεση. 

Η Κυριακή μυρίζει παραδόξως σχολείο, κι ας το έχεις τελειώσει χρόνια πριν. Μυρίζει κατι σαν ευθύνη απροδιόριστη, λες και κάπου, κάτι χρωστάς αφηρημένο μα επιτακτικό. Πριν καλά - καλά το καταλάβεις είσαι στο κρεβάτι σου κι οι μυρωδιές απ’ τα σεντόνια έχουν εξατμιστεί. Σβήνεις τα φώτα με εναν αναστεναγμό. 

Η Κυριακή μυρίζει ήδη Δευτέρα.


(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις 11/12/2016 στις "Ιστορίες της Κυριακής" του Κ της Καθημερινής.)

Friday, January 01, 2016

Καμιά φορά...


Καμιά φορά, όταν με ξεχνάω,
μπαίνω εδώ και με θυμάμαι:
πού ξεκίνησα, 
πού αμφεβαλα,
 πού παρασύρθηκα,
πού επέστρεψα,
 πού με έχασα, 
πού και πως με ξαναβρήκα.

Ότι κι αν συμβεί, όπου κι αν ξεχαστώ,
πάντα εδώ θα επιστρέφω:
να λογοδοτώ,
να κρατάω τη σειρά,
να εκτιμώ τα περασμένα
να σχεδιάζω τα επόμενα
να ανανεώνω τα ίχνη μου
-τ' αληθινά- 
στο μικρό ψηφιακό μου κτήμα.

16.
Όμορφος αριθμός.
Ατημέλητος.
 Για να δούμε.




Wednesday, December 30, 2015

Άλλη μια χρονιά...


Άλλη μια χρονιά που δεν αρρώστησα·
που με αγάπησαν· που δεν φτώχυνα.
Που χω τα δόντια μου και τα μαλλιά μου.
Άλλη μια χρονιά που χω το σπίτι μου·
κι έχω τον κόσμο μου - και τους ανθρώπους μου·
που ονειρεύομαι, που κάνω σχέδια.
Αλλη μια χρονιά που πήγα θέατρο, πήρα βιβλία
κι άκουσα δίσκους κι είδα ταινίες που με συγκίνησαν.
Άλλη μια χρονιά που πήρα λεωφορεία και που περπάτησα.
Άλλη μια χρονιά που ταξίδεψα και δούλεψα,
που έγραψα κι έσκισα και δεν απελπίστηκα·
που βρήκα ανθρώπους να με εμπνεύσουν. 
Και τους κράτησα· και μου το επέτρεψαν.
Άλλη μια χρονια που δεν έχασα το δρόμο μου.
και που εκπλήρωσα έστω ένα στόχο απ’ τους πολλούς.
Άλλη μια χρονιά που παρατήρησα και που στοχάστηκα 
και που απόρησα και που κατάλαβα - ό, τι κατάλαβα, όσο κατάλαβα.
Άλλη μια χρονιά που την ξεπροβοδίζω με ευγνωμοσύνη 
για όλα τα παραπάνω και γι’ άλλα που μου διαφεύγουν
και γιατί μπορώ να μετράω τα καλά με σιγουριά
και να τα βρίσκω σημαντικότερα από τα άλλα.
Άλλη μια χρονιά γεμάτη, που καταγράφομαι στους επιζώντες. 
(Σπουδαίος λόγος για να γιορτάζεις.)
Και μες στα χρόνια όλα αλλάζουν εκτός από ένα:
οι απολογισμοί στην ησυχία - ο πιο μεγάλος πλούτος μου.


Friday, October 30, 2015

Τι (μου) λείπει από την Αθήνα.



Τι μου λείπει απ' την Αθήνα; Τι λείπει από αυτή την ομορφάσχημη πόλη που τα έχει λίγο πολύ όλα σαν από πάντα (ή, τουλάχιστον, έτσι τα πλασάρει το θρασίμι, με τουπέ του τύπου «όταν εγώ γύριζα, εσείς πηγαίνατε»); Και τα μαγαζιά της έχει, και τα μπαράκια της και τα ρεστοράν της τα «αποψάτα», τα εμπνευσμένα από τις υπόλοιπες μεγαλουπόλεις, που όμως τα φορτίζει με ένα coolness και μια χαλαρότητα η αφιλότιμη που ούτε στα πιο τρελά τους όνειρα το Λονδίνο και το Παρίσι. Την αγαπώ αυτή την πόλη, την άτσαλα νεόπλουτη κι έπειτα αναπόφευκτα νεόπτωχη, κι ας τα έχει όλα μισά κι ανολοκλήρωτα. Την αγαπώ και της συγχωρώ πολλά. Αν μου λείπει, ωστόσο, ένα πράγμα, είναι το αφομοιωμένο πράσινο. Η απουσία ενός πάρκου σε κομβικό κεντρικό σημείο της που να χτυπάει σαν καρδιά, δίνοντας ανάσα στην πόλη. Η αδιαφορία για τα ελάχιστα εναπομείναντα πάρκα που μαραζώνουν μέρα με τη μέρα εγκαταλελειμμένα κάνει το αστικό τοπίο –το τόσο γοητευτικό κατά τα άλλα– να φαντάζει μονότονα γκρίζο κι αποπνιχτικό. Εθνικός Κήπος, Πεδίον του Άρεως, Ζάππειο, Άλσος Παγκρατίου, είναι μερικοί μόνο απ' τους πυρήνες που θα μπορούσαν να αποτελέσουν μικρές, παλλόμενες οάσεις για τους Αθηναίους, κι όμως η τρελο-αθήνα τα αφήνει στο έλεος της φθοράς του χρόνου και της αδιαφορίας των ιθυνόντων. Κι ας μη γελιόμαστε: όσα θέατρα, μουσεία, γκαλερί, μπαρ και μαγαζιά κι αν ανοίξουν, όσα ένσημα κοσμοπολιτισμού κι αν κολλήσει αυτή η πόλη, αστικός πολιτισμός πάντα θα είναι μια αναπάντεχη εισπνοή οξυγόνου στην καρδιά ενός ασφυκτικού κέντρου.


(Κείμενο που δημοσιευτηκε από τη LIFO στις 29/10/2015 ως απάντηση στην ερώτηση τί μου λείπει από την Αθήνα - 11 Αθηναίοι γράφουν για όσα λείπουν από την πόλη μας. Εικονογράφηση: Athenean Sailor / LIFO)

Tuesday, October 06, 2015

Μετανάστης στη γη


Άννα του Μετρό 
κάνεις τον πόνο δουλειά
Κρατάς στην αγκαλιά
Δύο χρονών μωρό.

Στέκεσαι πάντα βουβή 
Γκρίζα σκιά στα σκαλιά
Πλάι σου κοιμούνται σκυλιά. 

Άνθρωποι βιαστικοί
ρίχνουν μια χούφτα ψιλά
Κι ύστερα προσπερνούν
Δε ρίχνουνε ματιά.

Ούτε γυρνούν να σε δουν
Το βλέμμα να μη μπλεχτεί.
Κι όμως μια σκέψη πνιχτή τους λέει:

Μην το ξεχνάς – είσαι από μας
Το ίδιο άστρο μας οδηγεί
Μην το ξεχνάς – ζεις σαν εμάς
Με την ίδια πληγή.

Μη μας ξεχνάς – είσαι από μας
Το ίδιο άστρο μας οδηγεί.
Μη μας ξεχνάς – ζεις σαν εμάς:
Μετανάστης στη γη.


Μουσική: Γιάννης Χριστοδουλόπουλος
Στίχοι: Γεράσιμος Ευαγγελάτος
Ερμηνεία: Έλλη Πασπαλά

Κυκλοφορεί ψηφιακά από την Feelgood Records


(Τα πλάνα που "ντύνουν" το video clip του τραγουδιού είναι μια ευγενική παραχώρηση από το αρχείο της Ύπατης Αρμοστείας για τους Πρόσφυγες (UNHCR) και απεικονίζουν τα όσα διαδραματίζονται τους τελευταίους μήνες στη χώρα μας. )


Saturday, July 04, 2015

Όχι έτσι



Έχω ένα κακό. Γεννήθηκα ψύχραιμος. Έχω ευχηθεί πολλές φορές να ήμουν παράφορος. Να είχα καταπιεί ένα διαβολάκι που θα μου φοράει  τη χρυσή πανοπλία του ηρωισμού και θα με ρίχνει στη φωτιά με τη ζηλευτή σιγουριά των μαχητών. Δυστυχώς όμως δεν είμαι έτσι. Δεν υπήρξα ποτέ. Μου λείπει μάλλον το γονίδιο. Ως άνθρωπος έχω την τάση να εξετάζω τα πάντα σφαιρικά. Να καταβροχθίζω δεδομένα, να ψηλαφίζω, να εικάζω, να διαλύω και να ανασυνθέτω μέχρι να καταλήξω σε αυτό που θεωρώ ότι εξηγεί καλύτερα την αλήθεια - κυρίως την προσωπική μου.

Τις τελευταίες μέρες, μέσα στην αναταραχή και τις συγκρούσεις επέλεξα συνειδητά τον αμήχανο δρόμο της σιωπής. Βαρύ φορτίο σε εποχές που ο πόλεμος γύρω σου μαίνεται κι οι γροθιές υψώνονται στον αέρα. Ωστόσο επέλεξα αυτό: παρατηρούσα τα πάντα, κυκλοφόρησα στο δρόμο, παρακολούθησα αισχρή τηλεοπτική προπαγάνδα, διαβάσα πηγές από διάφορες κατευθύνσεις, άκουσα φίλους και γνωστούς να επιχειρηματολογούν. Αναζήτησα (ομολογουμένως με τα κιάλια) τις ψύχραιμες απόψεις - είτε από τη μια είτε από την άλλη πλευρά και δεν ντρέπομαι να πω πως αμφιταλαντεύτηκα. Καλώς ή κακώς έχω ανθρώπους που θαυμάζω κι εκτιμώ και στο στρατόπεδο του ναι και σ’ εκείνο του όχι. Κι ίσως αυτό είναι που το κάνει τόσο δύσκολο. Δεν ξέρει κανείς ξεκάθαρα σε ποιους ανήκει. Ποιοι είμαστε εμείς και ποιοι είναι οι άλλοι. Ποιοι είναι οι καλοί και ποιοι οι κακοί. Γίνεται για πρώτη φορά να μην υπάρχουν ξεκάθαροι ρόλοι και διαθέσεις; Γίνεται να θέλουμε όλοι να φτάσουμε στον ίδιο προορισμό και να ακολουθούμε δυο εντελώς διαφορετικές διαδρομές;

Για να μη μακρηγορώ: είμαι παιδί της Ευρώπης. Από πάντα. Έχω μεγαλώσει διαμορφώνοντας την ταυτότητα μου από τις θεμελιώδεις ανθρωπιστικές αρχές που ενώνουν τους λαούς. Αγαπώ τη μοναδικότητα των πολιτισμών, των γλωσσών, των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους. Νιώθω αναπόσπαστο μέλος μιας ευρύτερης, πολύβουης κοινότητας με ανοιχτούς πολιτιστικούς, οικονομικούς επικοινωνιακούς δρόμους. Τις βαθύτερες ανάσες μου τις παίρνω ταξιδεύοντας, περνώντας τα σύνορα της μικρής μου βάσης κι όταν επιστρέφω νιώθω πιο ολοκληρωμένος, πιο σίγουρος για το ποιος είμαι και το πως θέλω να ζω τη ζωή μου. Οξύμωρο, αλλά οριοθετούμαι μόνο από την έλλειψη συνόρων. Κι αναμφισβήτητα, ο μεγαλύτερος φόβος μου είναι μη χάσω το δεσμό μου με τη μεγάλη ευρωπαϊκή οικογένεια και βρεθώ σε ένα καράβι που πλέει μόνο του, χαμένο σε μια ανοιχτή θάλασσα.

ΌΜΩΣ, η Ευρώπη που αγαπώ, η Ευρώπη που με διαμόρφωσε, η Ευρώπη που καταφεύγω με την κάθε ευκαιρία, δεν είναι η Ευρώπη που βάζει ένα μαχαίρι στο λαιμό του ανίσχυρου. Η Ευρώπη που αναγνωρίζω ως πατρίδα είναι μια κοιτίδα αλληλεγγύης, αδελφοσύνης, πολιτισμού. Είναι μια μεγάλη, αδιάσπαστη οικογένεια που τιμά και σέβεται την αξία της ανθρώπινης ζωής, κι αν όχι των υψηλών ιδανικών, της στοιχειώδους έστω ατομικής αξιοπρέπειας των μελών της. Δεν είναι σιδερένια αλυσίδα στα πόδια καταδίκων, αλλά ένα ζευγάρι φτερά που τους σηκώνει λίγα μέτρα παραπάνω από το έδαφος κι απελευθερώνει το νου και την ψυχή απ’ τα σκοτάδια. Με θλίψη και βαθιά απογοήτευση διαπιστώνω ότι η Ευρώπη που καλούμαι να επιλέξω αύριο μονολεκτικά - με ένα ναι ή ένα όχι, μοιάζει να έχει χάσει το δρόμο, να 'χει ξεχάσει την ταυτότητα της και να 'χει γίνει μια απέραντη τράπεζα που απομυζά και την τελευταία ρανίδα αξιοπρέπειας των μελών της. 

Όχι εύκολα, όχι αστόχαστα, χωρίς πυροτεχνήματα κι ύστερα από πολλή σκέψη καταλήγω πως δεδομένων των συνθηκών, η πιο σωστή επιλογή στο μεγάλο δίλημμα των ημερών είναι ένα ψύχραιμο ΟΧΙ. Επειδή μόνο έτσι νιώθω τη συνείδηση μου καθαρή απέναντι στην Ευρώπη που θέλω να ανήκω. Επειδή μια διαπραγμάτευση με όρους ανθρώπινους αξίζει ένα ρίσκο, όσο καθησυχαστική κι αν είναι μια - έστω και σκληρή -  βεβαιότητα. Κι επειδή όταν - μετά από χρόνια - θα μετρηθούμε στη ζυγαριά της Ιστορίας, θέλω να ανήκω σε αυτούς που είπαν: ναι, αλλά ΟΧΙ έτσι.





Tuesday, March 03, 2015

bienfaits



"Θ' αγαπήσεις αυτό που αγαπώ κι αυτό που μ' αγαπά: το νερό, τα σύννεφα, τη σιωπή και τη Νύχτα· την απέραντη και πράσινη θάλασσα· το άμορφο και χιλιόμορφο νερό· τον τόπο όπου δε θα πας· τον εραστή που δε θα γνωρίσεις· τα τερατόμορφα λουλούδια· τα αρώματα που φέρνουν παραλλήρημα· τις γάτες που λιγώνονται πάνω στα πιάνα και που βογκούν σα γυναίκες, με μια βραχνή και γλυκιά φωνή." 


Charles Baudelaire -  Les Bienfaits de la Lune (απόσπασμα)




Friday, February 27, 2015

Piaf / Πιάφ



Πρεμιέρα αύριο για το περίφημο "Piaf" της Pam Gems στο Εθνικό (Σκηνή Κοτοπούλη - Rex). Δεν ξέρω αν η Ελεωνόρα "είναι" η Πιάφ, ξέρω όμως ότι έχει βρει και βαδίζει ένα δρόμο συγγένειας αφοπλιστικά συγκινητικό κι ειλικρινή. Αυτό που θα δεις στη σκηνή του Rex δεν είναι βιογραφία, ούτε ντοκιμαντέρ: είναι απλώς ένα κορίτσι που ξέρει μόνο να τραγουδάει με την ψυχή του. "Τί στην Αθήνα; τί στο Παρίσι;" Piaf ή Ζουγανέλη, από ένα σημείο και μετά ελάχιστη σημασία έχει.

ΥΓ. Οι στίχοι των αγαπημένων τραγουδιών της Edith Piaf στη συγκεκριμένη παράσταση, μιλούν τα ελληνικά που εγώ έχω επιλέξει. Τιμή κι ευθύνη μεγάλη. Χαρά εξίσου.

Ταυτότητα παράστασης

Μετάφραση: Αντώνης Γαλέος
Σκηνοθεσία - Διασκευή: Πέτρος Ζούλιας
Σκηνικά - Κοστούμια: Αναστασία Αρσένη
Πρωτότυπη μουσική - Ενορχήστρωση τραγουδιών: Θοδωρής Οικονόμου
Χορογραφίες: Φώτης Διαμαντόπουλος
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Στιχουργός - Προσαρμογή τραγουδιών: Γεράσιμος Ευαγγελάτος
Βοηθός σκηνοθέτη: Μαριάννα Τουντασάκη
Β' βοηθός σκηνοθέτη: Μαρία -Ελένη Σολδάτου
Βοηθός σκηνογράφου: Φώτης Μουρτάς

Διανομή:
Ελεωνόρα Ζουγανέλη:  Εντίθ Πιαφ
Μυρτώ Αλικάκη: Τουάν
Ευγενία Δημητροπούλου: Αγία Τερέζα
Χρήστος Στέργιογλου: Λουί Λεπλέ
Δημήτρης Αλεξανδρής: Λουί
Κωσταντίνα Τάκαλου: Λουίζ, Μάρλεν Ντίτριχ
Νίκος Μαγδαλινός: Μπρούνο
Σπύρος Μπιμπίλας:  Νοσοκόμος, Βαμπέρ, Σαρλ Αζναβούρ,  Σαρλό,  Θαμώνας, Παρατρεχάμενος, Κλοσάρ, Ναύτης
Κωσταντίνος Γιαννακόπουλος:  Λουί Γκασιόν, Ρεημόν Ασσό, Ναύτης, Νοσοκόμος, Παρατρεχάμενος  
Δημήτρης Καραμπέτσης:  Επιθεωρητής, Γιατρός, Δημοσιογράφος, Παρατρεχάμενος, Θαμώνας, Κλοσάρ, Ναύτης
Μαρίνος Δεσύλλας:  Σάρλ, Έντι, Γερμανός, Ναύτης, Παρατρεχάμενος, Κλοσάρ
Δήμητρα Σιγάλα:  Τιν-Τίν, Μαντλέν, Θαμώνας
Τάσος Πυργιέρης:  Ζώρζ,Βαποράκι, Ναύτης, Κλοσάρ
Αντώνης Χαντζής:  Ζακ, Γερμανός, Μποξέρ, Ναύτης, Γκαρσόνι, Νοσοκόμος,                                          Θαμώνας, Κλοσάρ
Στέφανος Μουαγιέ:  Κομφερασιέ,  Εμίλ, Λουσιέν, Σερβιτόρος, Ναύτης, Νοσοκόμος, Θαμώνας, Δημοσιογράφος
Γιάννης Αθητάκης:  Μικρός Λουί, Μαρσέλ Σερντάν, Ναύτης, Γερμανός, Δημοσιογράφος, Παρατρεχάμενος, Κλοσαρ
Αλέξανδρος Μπαλαμώτης:  Ζάν, Γερμανός, Γιατρός, Δημοσιογράφο, Νοσοκόμος, Μπάρμαν, Κλοσάρ, Σερβιτόρος, Παρατρεχάμενος
Γεωργία Μητροπούλου:  Μικρή Πιάφ, Δημοσιογράφος, Θαμώνας, Παρατρεχάμενη
Μιχάλης Λεβεντογιάννης:  Αμερικάνος, Τεό Σαγαπώ, Γκαρσόνι, Νοσοκόμος, Θαμώνας, Παρατρεχάμενος, Κλοσάρ

Μουσικοί επί σκηνής:
Θοδωρής Οικονόμου: Πιάνο
Κώστας Ράπτης: Balan
Διονύσης Βερβιτσιώτης: Βιολί
Παρασκεύας Κίτσος: Κοντραμπάσο
Γιάννης Αγγελόπουλος: Drams / Κρουστά
Νίκος Πασσαλίδης: Ακουστική κιθάρα / Μαντολίνο


Wednesday, February 25, 2015

Σπουδαίες ιστορίες



Σκέφτομαι ότι σε όλες τις σπουδαίες ιστορίες, κανείς ποτέ δε συγκράτησε την αρχή, ούτε προέβλεψε με ακρίβεια το τέλος. Κι ίσως - ίσως λέω - κατά τη διάρκεια τους, δεν συνειδητοποίησε καν πόσο μεγάλο και σπουδαίο ήταν αυτό που ζούσε. Απλώς το ζούσε, λες και κάποιος ή κάτι αυτονόητα του το χρωστούσε από πάντα.

Οι σπουδαίες ιστορίες από καταβολής κόσμου, ξεκινούν, διαρκούν και τελειώνουν αθόρυβα. Και το μέγεθος τους κρίνεται πάντα στις μελλοντικές αποτιμήσεις και στην αναπόφευκτη σύγκριση με τις επόμενες. 

Γι' αυτό ποτέ καμιά μας σπουδαία ιστορία δε θα μπορούσε να χτυπήσει αληθοφανώς το πανί. Γιατι αν έπρεπε να είναι πιστή στην πραγματικότητα θα έπρεπε να ξεκινήσει πριν το ζενερίκ και να τελειώσει σε μια άδεια αίθουσα την ώρα που οι καθαρίστριες θα έμπαιναν να την ετοιμάσουν για την επόμενη προβολή.

Οι σπουδαίες ιστορίες εκτυλίσσονται πάντα στα ενδιάμεσα της προσοχής μας. Κι ίσως έτσι διασφαλίζουν την επιβίωση τους στον όποιο χρόνο τους αντιστοιχεί.


Monday, February 02, 2015

Η καρδιά - σχεδίασμα μικρής σκηνής.



Ο Α μπαίνει στη σκηνή. Στέκεται μετωπικά στο κοινό. Τους κοιτάζει για λίγο. Μπαίνει ο Β. Στέκεται πλάι του. Κοιτάζονται για λίγο. Γυρίζουν κι οι δυο το πρόσωπο στο κοινό. Ο Α. κοιτάζει το στήθος του. Φέρνει το χέρι στην καρδιά του.

Α. Ειναι βαριά.
Β. Ναι;
Α. Ναι.
Β. Για να το λες.
Α. Μπορείς;
Β. Τι πράγμα;
Α. Να…. (δείχνει την καρδια του). Για λίγο.
Β. (Με δυσφορία παίρνει την καρδιά του Α και την κρατά αδιάφορα) Οκ τώρα;
Α. Πολύ καλύτερα.
Β. Ωραία.
Α. Πολύ - πολύ καλύτερα. Ανασαίνω.
Β. Ωραία.
Α. (Κοιτά τον Β με ευγνωμοσύνη) Δε σε βαραίνει;
Β. Μπα.
Α. Σίγουρα;
Β. Σίγουρα.
Α. Αν θέλεις μπορώ να κρατήσω κι εγω κάτι.
Β. Καλά είμαι.
Α. Την τσάντα. Το παλτό σου.
Β. Όχι ευχαριστώ.
Α. Αν θέλεις πες μου.
Β. Καλά είμαι. Εσύ; Καλύτερα;
Α. Ναι. Πολύ. Κοίτα. (Κινείται ελεύθερα στο χώρο σαν να χορεύει. Είναι ελαφρύς.) Ανασαίνω.
Β. Χαίρομαι.
Α. Σ’ ευχαριστώ.
Β. Τίποτα.
Α. Αλήθεια σε ευχαριστώ.
Β. Μην το σκέφτεσαι.
Α. (Κάθεται δίπλα στον Β ήσυχος. Είναι ήρεμος. Που και που ρίχνει κλεφτές ματιές λατρείας στον Β. Σιωπή. Ξαφνικά ο Β πετάει την καρδιά του Α και μένει με άδεια χέρια. Ο Α πιάνει το στήθος του σαν να αποχωρίζεται κάτι πολύτιμο. Του κόβεται η ανάσα) Τί έκανες;
Β. Τί έκανα;
Α (δείχνει προς το μέρος της καρδιάς)
Β. (Αδιάφορα.) Την ήθελες;
Α. Εσύ τι λες;
Β. Νόμιζα ότι ήθελες να την ξεφορτωθείς.
Α. Ήθελα να την έχεις.
Β. Δεν το κατάλαβα. Την αποχωρίστηκες υπερβολικά εύκολα.
Α. Μα... ήταν σαν να ήρθες για να την έχεις.
Β. Εγώ τυχαία βρέθηκα εδώ.
Α. Ναι μα…
Β. Νόμιζα ότι σε βάραινε.
Α. Ναι μα…
Β. Ήθελα να βοηθήσω.
Α. Ήθελα να την έχεις.
Β. Είσαι ελεύθερος.
Α. Μα…
Β. Πίστεψε με είσαι ελεύθερος.

(Ο Β χτυπάει το στήθος του σαν να είναι κούφιο. Χαμογελάει. Βγαίνει. Ο Α Μένει μόνος. Κοιτάζει το κενό. Σκοτάδι.)

Monday, January 12, 2015

Charlie qui?



Μεγάλη κουβέντα για το σλόγκαν “Je Suis Charlie”, που έσπευσαν να υιοθετήσουν ευαισθητοποιημένοι χρήστες των social media με αφορμή την άνανδρη τρομοκρατική επίθεση στα γραφεία του σατιρικού περιοδικού “Charlie Hebdo”. Όπως συμβαίνει σε κάθε μεγάλο κοινωνικοπολιτικό γεγονός της νέας εποχής οι απόψεις διχάζονται. Έχουμε, έτσι αστόχαστα, το δικαίωμα του “etre charlie” στα ποσταρίσματα και τα τιτιβίσματα μας ή είναι θράσος να το υιοθετούμε έτσι απλά αν δεν διαθέτουμε όλα τα αποδεικτικά του μαχητικού κοινωνικά πρότερου βίου;

Βασικά, τί σημαίνει αυτό το “je suis Charlie”; είμαστε σίγουροι ότι όλοι όσοι το ασπάζονται το χρησιμοποιούν με την ίδια σημασία και απόχρωση; προσωπικά δεν είμαι και τόσο σίγουρος. Εδώ και μέρες παρατηρώ τους εκατοντάδες “Charlie” στο timeline μου και διαπιστώνω πως ο κάθε ένας από τους ευαισθητοποιημένους αυτούς τσάρληδες της ελεύθερης έκφρασης έχει την προσωπική του - ενίοτε διαστρεβλωμένη- οπτική πάνω στο θέμα και πολλές φορές είναι διαμετρικά αντίθετη από αυτή των ομότιτλών του.

Αναμφίβολα κοινός τόπος είναι το σοκ που προκάλεσε σε όλους μας ανεξαιρέτως το ειδεχθές τρομοκρατικό χτύπημα. Αυτό δεν το διαπραγματευόμαστε σε καμία περίπτωση. Η αποστροφή της άνανδρης επίθεσης στο κέντρο του Δυτικού κόσμου, ήρθε να ταράξει την τακτοποιημένη ηρεμία της κεντροευρωπαϊκής ζωής μας. Ο εφιάλτης του φονταμενταλισμού των ακραίων ισλαμιστών - έτσι κι αλλιώς - είναι ίσως η σοβαρότερη απειλή που καλλιεργείται συστηματικά για τον εκφοβισμό των Ευρωπαίων πολιτών στις επικίνδυνες εποχές που διανύουμε.

Από εκεί και πέρα, οι διαφορετικές αποχρώσεις και εντάσεις δίνουν και παίρνουν. Παρακάτω προσπάθησα να διακρίνω τις έξι βασικότερες κατηγορίες των ημεδαπών Charlie (ή “μη Charlie”) που διέκρινα στο ευρύ φάσμα του timeline μου. Μεγάλο κι ετερόκλητο στατιστικό δείγμα, γι’ αυτό ίσως  κι αρκετά ενδεικτικό των επικρατέστερων τάσεων. Έχουμε και λέμε λοιπόν:

α. Είμαι ο Charlie … που αποστρέφεται και καταδικάζει τη βία από όπου κι αν προέρχεται. Το χτύπημα μου προκαλεί απέχθεια κι αδιαφορώ αν το προκάλεσε ισλαμιστής, χριστιανός, τρομοκράτης ή τρομοκρατημένος, ψυχοπαθής ή μέλος παραθρησκευτικής οργάνωσης, απλός πολίτης ή οπλισμένος αστυνομικός. Συντάσσομαι με κάθε θύμα άνανδρου χτυπήματος και απορρίπτω όποιον χρησιμοποιεί τέτοιες μεθόδους για την επίλυση του όποιου ζητήματος. 

β. Είμαι ο Charlie… που υπερμάχεται της ελευθερίας έκφρασης και της σάτιρας, ακόμα κι αν δε συμφωνώ εκατό τοις εκατό με το περιεχόμενο ή τον τρόπο. Η ελευθεροτυπία κι η διάδοση απόψεων δεν είναι θέμα αισθητικής (μεγάλη συζήτηση αλλά όχι της παρούσης), αλλά θεμελιώδες δικαίωμα μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Δε δύναμαι να δεχτώ ότι τον 21ο αιώνα, δεν είμαστε ελεύθεροι να διατυπώνουμε ό, τι και όπως θέλουμε χωρίς να οφείλουμε να λογοδοτήσουμε σε κανέναν. 

γ. Είμαι ο Charlie… που έχει αγανακτήσει από τη μόνιμη απειλή της σκιάς του Ισλάμ. Αυτός ο τύπος Charlie έχει το βλέμμα του στραμμένο στα έργα και τις ημέρες της Marine Le Pen και άλλων αντίστοιχων ακροδεξιών μορφωμάτων. Δε δίνει δεκάρα για το “Charlie Hebdo”, δεν το έχει αγοράσει ούτε μια φορά, μπορεί και να στραβώνει τα μούτρα του κάθε φορά που αντικρίζει κάποιο από τα σκίτσα του, δε μπορεί όμως να μη δηλώσει την οργή του για τον άδικο θάνατο απλών εργαζομένων από τα τέρατα της μουσουλμανικής τρομοκρατίας. Δεκάδες καιροσκόποι (ενίοτε κι από τον πολιτικό στίβο) συντάσσονται με αυτό τον τύπο ασκώντας τα μικροπολιτικά τους συμφέροντα (ξερόβηχας).

δ. Είμαι ο Charlie - είδα φως και μπήκα. Ο τύπος Charlie που αγαπά κι ευαγγελίζεται ότιδήποτε αποκτά το παράσημο του hashtag, είτε μιλάμε για πολιτικό γεγονός, κοινωνικό φαινόμενο ή νέα μόδα που σαρώνει την υφήλιο, χωρίς καν να μπει στη διαδικασία να το ψάξει λίγο παραπάνω. Για το συγκεκριμένο τύπο Charlie ένα μακελειό δεν απέχει ιδιαίτερα από ένα bucket challenge (με την απαραίτητη αλλαγή στη σοβαρότητα του ύφους φυσικά) και θα μπορούσε αντί για Charlie να ονομάζεται Geοrge ή Jean - Philippe, αρκεί αυτό να ήταν το όνομα που θα έβλεπε να αναγράφεται τις περισσότερες φορές στο timeline του.

ε. Είμαι ο Charlie λίγο απ’ όλα. Ή αλλιώς “ναι μεν, αλλά…”  Ο πιο θαμπός Charlie απ΄όλους. Από τη μια υιοθετεί τον τίτλο γιατί νιώθει την ηθική υποχρέωση, έχει όμως και τις ενστάσεις του. “Κακό και καταδικαστέο πράγμα το μακελειό, αλλά κι αυτοί πήγαιναν γυρεύοντας με τόσες προκλήσεις”. Από τη μια καταδικάζει την τρομοκρατία και τα στοχευμένα της χτυπήματα, από την άλλη αποδοκιμάζει και την απόλυτη ελευθερία της σάτιρας. Μπορεί με την ίδια ευκολία που θα υιοθετήσει τον τίτλο να τον αποκηρύξει λίγες στιγμές αργότερα με τη δικαιολογία ότι “τέτοιου είδους καμπάνιες δεν είναι σοβαρά πράγματα”.

στ. “Δεν είμαι ο Charlie, είμαι ο…” - κι όπου βλέπεις “ο” μπορείς να προσθέσεις ό, τι μπορείς να φανταστείς. Από το όνομα του συγκεκριμένου χρήστη, ο οποίος, υπερασπιζόμενος την ατομικότητα του, αρνείται την ισοπέδωση της μαζικότητας, ακόμα κι αν πρόκειται για κάτι συμβολικό, μέχρι το όνομα οποιουδήποτε άλλου προσώπου ή συμβάντος που προηγήθηκε του Charlie Hebdo και δεν πήρε τις ίδιες διαστάσεις. Αυτός ο “μη Charlie” είναι διδακτικός όσο κι αποδοκιμαστικός και το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να διαχωρίσει τη θέση του από τον όχλο.

Είμαι σίγουρος πως μικρές παραλλαγές των παραπάνω κατηγοριών υπάρχουν εκατοντάδες - όσες κι οι ενδιάμεσες απόψεις. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι πρωτοβουλίες σαν αυτή έχουν λόγο ύπαρξης ως αφορμή για σκέψη και προπάντων συζήτηση - μια συζήτηση, που όλοι οφείλουμε να κάνουμε τόσο με τους γύρω μας, όσο και με τον εαυτό μας. Το “Je suis Charlie” δεν είναι απλώς ένα καλά προωθημένο σύμβολο συμπαράστασης για ένα έγκλημα που διαπράχτηκε σε βάρος ενός άγνωστου στην πλειοψηφία (μας) σατιρικού περιοδικού, κάπου στο Παρίσι, δεν είναι καν μια δημόσια καταδική της τρομοκρατικής βίας ή αφηρημένη υπεράσπιση της ελευθερίας της έκφρασης. Ασχέτως αν το δηλώσουμε ή όχι αν το συμμεριζόμαστε η όχι, το “nous sommes Charlie” είναι περισσότερο μια υπενθύμιση ότι όλοι μας βρισκόμαστε στο στόχαστρο της βίας και της φίμωσης ανά πάσα στιγμή κι αντίθετα από ότι μπορεί να πιστεύουμε, ο εχθρός δεν είναι ούτε ένας, ούτε τόσο ξεκάθαρος.




Sunday, January 11, 2015

La Dolce




"...και τη Fontana di Trevi; 

Για ποια την επιδιορθώνουν;"






Friday, January 02, 2015

tiny step



Ένα μικρό βηματάκι στη νέα χρονιά.

Ίσα να μη χαθεί η σειρά.

Ίσα να κλείσει η δεκαετία.

[Κανονικά εδώ θα έπρεπε να μπουν οι δεσμεύσεις για τις επόμενες 365 μέρες. 
Ωστόσο λέω να είμαι εγκρατής.]

Κι αν γίνει το αναπάντεχο, έγινε...




Tuesday, April 29, 2014

Αγάπη ρε+



Οι «Αγάπη Ρε+» σε έναν ραδιομαραθώνιο 12 ωρών στον Αθήνα 9.84 «για να μη γίνει ο κόσμος φυλακή»

Την Κυριακή 4 Μαϊου, από τις 10.00 το πρωϊ μέχρι τις 22.00 το βράδυ, η μουσική πρωτοβουλία αλληλεγγύης «Αγάπη Ρε+» θα βρίσκεται στον «Αθήνα 9.84» παρέα με εκλεκτούς φίλους.

Συγκεκριμένα

Οι:

10.00 - 12.00 Θέμης Καραμουρατίδης - Μαριέττα Φαφούτη
Μαργαρίτα Μυτιληναίου, ραδιοφωνική παραγωγός
Καλλιόπη Στεφανάκη, επικεφαλής του τομέα προστασίας στο γραφείο της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ στην Ελλάδα

12.00 - 14.00 Σπύρος Γραμμένος - Γιώργος Καραδήμος - Radiosol
Πιτσιρίκος, blogger
Ιωάννα Κοτσιώνη, υπεύθυνη για τα θέματα μεταναστών στους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα
Ελένη Τάκου μέλος του Δικτύου Καταγραφής Περιαστικών Ρατσιστικής βίας (βιβλίο “11 μύθοι και αλήθειες γύρω από τη μετανάστευση)
Νιόβη Σταυροπούλου, ΑΜΑΚΑ
Κατερίνα Θεοδωρίδου υπεύθυνη των αποφυλακισμένων ΚΕΘΕΑ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ

14.00 - 16.00 Kωστής Μαραβέγιας - Γεράσιμος Ευαγγελάτος
Θεοφάνης Τάσης, λέκτωρ Φιλοσοφίας
Γιάννης Τέντης υπεύθυνος θεραπευτικού προγράμματος ΚΕΘΕΑ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ
15.30 Σπύρος Ριζάκος, δικηγόρος που ασχολείται με αιτήσεις ασύλου / ΜΚΟ “ΑΙΤΗΜΑ”, και συμμετέχει στο Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας

16.00 - 18.00 Φοίβος Δεληβοριάς - Μανώλης Φαμέλλος
Γιάννης Πετρίδης, ραδιοφωνικός παραγωγός
Κωστής Παπαϊωάννου, Πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου

18.00 - 20.00 Νατάσσα Μποφίλιου - Στάθης Δρογώσης
Ιωάννα Κούρτοβικ, δικηγόρος
Γιάννης Οικονομίδης, σκηνοθέτης
Κωνσταντίνα Κούνεβα
Πάνος Δαμέλος, μέλος Αντιρατσιστικής – Αντιφασιστικής πρωτοβουλίας Κορίνθου

20.00 - 22.00 Όλοι στο στούντιο, για ένα δίωρο έκπληξη!!!!

θα γίνουν ραδιοφωνικοί παραγωγοί για 12 ώρες, προσπαθώντας να ενημερώσουν και να ενημερωθούν, να ευαισθητοποιήσουν και να ζητήσουν βοήθεια σχετική με ένα θέμα, για το οποίο τα Μεγάλα Μέσα Ενημέρωσης δείχνουν ως τώρα ύποπτη αδιαφορία και ουδετερότητα: τα Κέντρα Κράτησης Μεταναστών-Προσφύγων που λειτουργούν σε διάφορα σημεία της Ελλάδος. Μαζί μ’αυτό, θα συζητήσουν και για άλλα θέματα που άπτονται του ελληνικού σωφρονιστικού συστήματος.

Σκοπός του αυτοσχέδιου αυτού Ραδιομαραθώνιου η συγκέντρωση χρημάτων που θα μεταφραστούν σε αγαθά και παροχή βοήθειας σε κρατούμενους μετανάστες στα 2 πιο μεγάλα στρατόπεδα κράτησης στην Κόρινθο και στη Μυτιλήνη καθώς και σε ενίσχυση του προγράμματος του ΚΕΘΕΑ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ, το οποίο έχει στήσει κοινότητες απεξάρτησης από τα ναρκωτικά σχεδόν σε όλες τις φυλακές της χώρας.

Μαζί με τους «Αγάπη Ρε+» θα είναι πολλοί φίλοι που έχουν κάτι να πουν (από τελείως διαφορετικές σκοπιές) επί του θέματος.

Στο ενημερωτικό σκέλος των εκπομπών θα τους βοηθήσουν πολύτιμα οι δημοσιογράφοι του «Αθήνα 9.8» Ελευθερία Κουμάντου, Γεωργία Μπόχτη, Φωτεινή Κοκκινάκη και Μάγδα Μπουλούκου, ενώ στο μουσικό οι Αριστέα Γιάννου και Κάτια Παυλίδου.

Πληροφορίες έμπρακτης στήριξης με τηλέφωνα, sms ή κατάθεση σε τράπεζα:

Για το ΚΕΘΕΑ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ:
Με μήνυμα πληκτρολογείτε ΚΕ και το στέλνετε στο 54345
Η χρέωση ανά sms είναι: 3,62 ευρώ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ

Ή τηλεφωνείτε: ΑΠΟ ΣΤΑΘΕΡΟ ΚΑΙ ΚΙΝΗΤΟ στο: 9011 405 480
mediatel σταθ. 2,46€/κλήση – κιν.3,10€/κλήση (με ΦΠΑ)
Γραμμή παραπόνων: 214 214 8020

ή κάνετε κατάθεση στην Εθνική Τράπεζα, λογαριασμός δωρεών: 11029602650

Για το δίκτυο κοινωνικής υποστήριξης προσφύγων και μεταναστών:
Με μήνυμα, πληκτρολογείτε ΔΙΚΤΥΟ (DIKTYO) και το στέλνετε στο 54345. Η χρέωση ανά sms είναι: 3,62 ευρώ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ

ή κάνετε κατάθεση στην Τράπεζα Πειραιώς: 5080-029407-250

Οι γραμμές ανοίγουν αύριο 4 Μαΐου στις 10.00 και θα παραμείνουν ανοιχτές μέχρι την Πέμπτη 8 Μαΐου στις 00.00.


Tuesday, April 22, 2014

toradiofono.gr


 Πριν από ένα χρόνο δέκα αγαπημένοι ραδιοφωνικοί παραγωγοί της ελεύθερης (κάποτε) ραδιοφωνίας αποφάσισαν να ενώσουν δυνάμεις και να πραγματοποιήσουν μια τρέλα που φάνταζε υπερβολικά ιδανική για να είναι πραγματοποιήσιμη: να πάνε κόντρα στην κονσερβοποίηση της εποχής και να δημιουργήσουν από την αρχή ένα ραδιόφωνο, όπως το γνώρισαν, το αγάπησαν και το υπηρέτησαν μέσα στα χρόνια της επαγγελματικής τους ενασχόλησης με αυτό.

Το είπαν και το έκαναν. Έτσι απλά. Με όλες τις δυσκολίες που φέρει ένα τέτοιο εγχείρημα, δημιούργησαν εκ του μηδενός ένα χειροποίητο ραδιόφωνο "παλιάς κοπής", φέρνοντας στο επίκεντρο την παρέα (με τα θαύματα για τα οποία είναι ικανή) και την αγάπη για το αντικείμενο τους. Και κατάφεραν με τρόπο άμεσο κι αποφασιστικό να τρυπώσουν στην καθημερινότητα όσων από μας μεγαλώσαμε έχοντας προσωπική κι απαιτητική σχέση με την έννοια "ραδιόφωνο".

Toradiofono.gr κλείνει σήμερα τον πρώτο του χρόνο. Μέσα σε αυτούς τους 12 μήνες απέδειξε έμπρακτα οτι το ραδιόφωνο όπως το γνωρίσαμε μπορεί να περάσει στη νεα εποχή χωρις να χάσει τίποτα απο τη μαγεία του τρανζιστορ. Μακριά από λίστες, σφυγμομετρήσεις, κανόνες αγοράς κι εμπορικά συμφέροντα, διατηρεί στον πυρήνα του τους ανθρώπους (ακροατές, παραγωγούς) και τα τραγούδια. Toradiofono.gr αγαπάει την ποίηση, το θεατρο και το σινεμα, κανει αφιερώματα, βγαίνει από το στούντιο και οργανώνει μαγικες βραδιές και ειδικές παραστάσεις. Κινείται ανάμεσα μας, αφουγκράζεται την πόλη και τους κατοίκους της, τρυπώνει στις σκονισμένες δισκοθήκες και τις εμμονες μας και μας θυμίζει τι ειναι να σε βρίσκει στο ψαχνό ενα τραγουδι που είχες χρόνια να ακούσεις. Toradiofono.gr δεν εχει άποψη, αλλά απόψεις - όσες κι οι παραγωγοί του. Ειναι μια κολεκτίβα εραστών της μουσικής που αρνούνται -με προσωπικό κόστος- να θυσιάσουν την τέχνη και την εμπειρία τους στις επιταγές των καινούργιων συνθηκών ακρόασης. Χρωστάμε πολλά στην τρέλα των παραγωγών του. Το κυριότερο οτι στην εποχή του spotify και του YouTube, μας θύμισε τι είδους ακροατές φτιάχτηκαμε να είμαστε: αθώοι, ανυποψίαστοι, εξαρτημένοι απο την απρόβλεπτη μαγεία της στιγμής.
 
Για ολα τα παραπάνω και γι' αλλά τόσα, πέρα από το γενέθλιο τραγουδάκι καρδιάς που γράψαμε με την αγαπημένη μου Μαρία Βουμβάκη (και θα μεταδοθεί στην κοινή εκπομπή των παραγωγών του ραδιοφώνου σήμερα στις 18.00), προσωπικά χρωστάω κι ενα μεγαλο ευχαριστω μαζί με τις ευχές τον πρώτο αυτό χρόνο να τον ακολουθήσουν άλλοι πολλοί, σε πείσμα των καιρών και της μιζέριας που προσπαθούν να μας επιβάλλουν.




ΥΓ. Αν είσαι από εκείνους που δεν έχει τύχει να το γνωρίσουν ακόμα, μαθαίνεις τί εστί τoradiofono.gr ακούγοντας το ζωντανά εδώ.


Saturday, March 15, 2014

Πάμε Ξανά.


 Θα κατέβω με το τρόλεϊ στην Ομόνοια. Γραμμή 2: η Κόκκινη. Αυτή που παίρνω σπάνια. Θα πρέπει να έχω το νου μου στις στάσεις. Μπερδεύω ακόμα τη διαδοχή τους. Συγγρού - Φιξ. Θα ανέβω τη σκάλα. Θα πάρω καφέ. Υπάρχει ακόμα ο Γρηγόρης; Νομίζω ναι. Ο καφές ίδιος. Εσπρέσσο διπλός σκέτος - να με κρατήσει τη νύχτα. 

Θα περάσω ένα - ένα τα μέρη που έβαζα σημάδι. Σε κάθε σταθερή διαδρομή βάζω σημάδια σε περίπτωση που κάποια στιγμή στο μέλλον επιστρέψω. Καμιά φορά νομίζω πως βάζω τα σημάδια για να σιγουρέψω πως κάποια στιγμή στο μέλλον θα επιστρέψω. Αυτή όμως είναι άλλη ιστορία. (Οκέι μπορεί να είναι κι η ίδια τόσα χρόνια.)

Ένα περίπτερο, ένα sex-shop, ο Κωνσταντινίδης, ο Μικρόκοσμος. Ή μήπως ο Μικρόκοσμος είναι πιο κάτω; Σήμερα θα το επιβεβαιώσω και θα το θυμάμαι για τα επόμενα σαββατοκύριακα. Και μετά θα το ξεχάσω μέχρι την επόμενη φορά που θα επιστρέψω. Αν υπάρξει επόμενη φορά, Όποτε κι αν είναι γραμμένο να υπάρξει επόμενη φορά.

"Εκτελούνται εργασίαι". Τότε τουλάχιστον - πριν τέσσερα χρόνια. Κι αυτό ήταν το σύνθημα για να περάσω απέναντι. Δέκα λεπτά αργό περπάτημα. Με τον καφέ να καίει στο χέρι. Αν οι "Εργασίαι" έχουν σταματήσει θα πρέπει να βρω ένα νέο σύνθημα. Κάποιο θα υπάρξει - δε μπορεί. Κάποια σημάδι θα κλείνει το μάτι στη μονιμότητα.

Θα προχωρήσω κατά μήκος τη Φραντζή. Εκεί θα κλείσω τα ακουστικά μου. Θα τα διπλώσω προσεκτικά και θα τα βάλω στην τσέπη. Τελετουργικά, όπως πάντα. Θα ρίξω μια ματιά στην αφίσα. Ο κόσμος θα έχει αρχίσει να μαζεύεται. Θα ανοίξω την πόρτα κι όλα θα είναι οικεία σαν να μην έχει περάσει μια μέρα κι ας έχουν περάσει πάνω από χίλιες. Αυτό το ύπουλο παιχνίδι της μνήμης, που έχει την τάση να παραγράφει το χρόνο που μεσολάβησε από μια στιγμή σε μια άλλη.

Καμαρίνια. Κουβέντες. "Θυμάσαι τότε που..." Μίνι απολογισμοί που θα περάσουν από το μυαλό φευγαλέα, ώσπου να τους διώξει μακριά μια νέα κουβέντα, συζήτηση, σύνθεση εικόνων.

Έναρξη προγράμματος. Άλλο κομμάτι. Άλλη Νατάσσα. Άλλη μπάντα. Κι όμως κάτι θα παραμένει ίδιο. Κάτι θα είναι την ίδια στιγμή παντοτινό και ολοκαίνουργιο. Το σκέφτομαι (εντάξει μπορεί και να το φοβάμαι λίγο) διαρκώς τις τελευταίες μέρες. Συμβαίνει όταν έχεις αυτό το θέμα με τους κύκλους των πραγμάτων. Σημειώνεις σε ανύπαρκτα σημειωματάρια το τέλος και την αρχή ξανά και ξανά. Ξορκίζεις μικρούς θανάτους με ισάριθμες νέες μικρές ζωές. Κι έρχεται μία η άλλη. Καθαρά πράγματα και ξάστερα. Μπορεί ο χρόνος που περνάει να είναι σκληρός κι αμείλικτος, είναι όμως ντόμπρος‧ όσα παίρνει, τόσα δίνει. Κι αν βρεθεί κάτι να χρωστάει το γράφει στο τεφτέρι του.

Απόψε πρεμιέρα στο Σταυρό του Νότου. Τότε ήταν το club. Φέτος είναι η Κεντρική σκηνή. Τότε ήταν Τετάρτες. Φέτος θα είναι Σαββατοκύριακα. Τότε ήμουν άλλος. Φέτος είμαι πάλι άλλος. (Να και κάτι που μένει σταθερό.)

Τα ξημερώματα στο ταξί, οι πρώτες σκέψεις της νέας εποχής θα δώσουν το σύνθημα για την έναρξη ενός ολοκαίνουργιου ομόκεντρου κύκλου. Θα μετρήσω παρουσίες. Θα μετρήσω απουσίες. Θα μετρήσω τα ίδια. Θα μετρήσω τα αλλιώς. Κάποια θα βγουν παραπάνω. Κάποια θα βγουν λιγότερα. Έτσι κυλάει ο χρόνος. Αυτοί είναι οι όροι του παιχνιδιού.


Friday, March 14, 2014

Μαργαρίτες




Πάνε κάποια χρόνια, που η lifo μου είχε ζητήσει να απαριθμήσω τις δέκα πιο αγαπημένες μου ταινίες όλων των εποχών.

Άθλος.

Ξεχωριστή θέση στη λίστα μου κατείχαν οι "Μαργαρίτες" της Vera Chytilova.

Σε λίγες μόλις αράδες αποπειράθηκα να εξηγήσω κάποιους από τους λόγους που αγαπώ τόσο πολύ αυτή την ταινία λέγοντας τα εξής:

"Ο τσέχικος κινηματογράφος της δεκαετίας του 60 έχει δώσει μερικά διαμάντια που στέκονται αυθύπαρκτα στο δικό τους σύμπαν.

Οι «μαργαρίτες» είναι ένα από αυτά τα παράξενα έργα Τέχνης που σου ασκούν μια γοητεία ανεξήγητη και την ίδια στιγμή απόλυτα αυτονόητη.

Η μαχητική φεμινίστρια Vera Chytilova με πρωτοποριακές και αξεπέραστες φιλμικές μεθόδους και εφέ, σκηνοθετεί μια ξέφρενη slapstick κωμωδία για τη θέση της γυναίκας στη σύγχρονη κοινωνία, αποφεύγοντας τα βαρύγδουπα μανιφέστα.

Δυο μυστήρια πλάσματα, που δεν μαθαίνουμε ποτέ ούτε ποιες είναι πραγματικά, ούτε ποια είναι η μεταξύ τους σχέση, παρά μόνο ότι μοιράζονται το ίδιο όνομα, περιφέρονται σαν ξωτικά στον κόσμο των ανδρών προσπαθώντας να τον καταστρέψουν.

Το αποτέλεσμα είναι μια σειρά από ξεκαρδιστικά gags σε ένα εκρηκτικό πολύχρωμο ψυχεδελικό αριστούργημα, το οποίο (εννοείται) κρίθηκε υπερβολικά προκλητικό κι απαγορεύτηκε από την τσέχικη κυβερνηση με το που κυκλοφόρησε."

Μια χαρά αιτιολόγηση, από την οποία ακόμη και σήμερα δε θα άλλαζα ούτε λέξη. 

Μόνο που οφείλω να ομολογήσω ότι παρέλειψα την πιο ουσιαστική απόδειξη της δυναμικής της εν λόγω ταινίας.

Αν μπορούσα λοιπόν - κατόπιν εορτής- να συμπληρώσω τα παραπάνω με μια εικόνα πιο προσωπική θα προσέθετα εκείνη τη νύχτα που το σινεμά κι η ζωή μπερδεύτηκαν τόσο αδιαίρετα, που ήταν αδύνατο να ξεχωρίσεις την αλήθεια από το παραμύθι του σελιλόιντ. 

Όταν η Τσεχοσλοβακία του 1966 έγινε ένα με την Κέρκυρα του 2010 κι οι ξέφρενες Marie I και Marie II μας έκαναν την τιμή να βγουν απ' την οθόνη θρασείες κι ακαταμάχητες, κάνοντας άνω κάτω το δωμάτιο με τον ξέφρενο χορό τους. 

Μέχρι σήμερα δυσκολεύομαι να σκεφτώ μια βραδιά στη ζωή μου που μια ταινία κατάφερε να αποσυμπιέσει τόσο λυτρωτικά ένα σαββατόβραδο με γέλιο  αβίαστο και χειμαρρώδες.

Η Vera Chytilova έφυγε πριν λίγες μέρες από τη ζωή έχοντας αφήσει τη σφραγίδα της ανεξίτηλη στο παγκόσμιο σινεμά.

Ένα μικρό "αντίο" κι ένα ευχαριστώ για εκείνο το μακρινό σαββατόβραδο ο ελάχιστος φόρος τιμής στο έργο και τη ζωή μιας εξαιρετικής δημιουργού.

Αν δεν έχεις δει τις υπέροχες "Μαργαρίτες" της μπορείς να το κάνεις εδώ και τώρα. Αν είσαι τυχερός, μπορεί να σου κάνουν την τιμή να αφήσουν για λίγο το γυαλί και να παίξουν μαζί σου:

 




Friday, February 21, 2014

Οριστικά


Και σου λέει - κρατώντας σφιχτά την κουπαστή: "Αν θέλεις τον Έρωτα παίρνεις και τον Πόνο, όπως αν θέλεις την Ειρήνη παίρνεις και τον Πόλεμο.

Γιατί είναι αφέλεια να αξιώνεις το ένα, αψηφώντας το άλλο. Σα να κινάς για το οριστικό ταξίδι χωρίς να έχεις καταλάβει σε ποιες θάλασσες ανοίγεσαι."

Και γυρίζεις να την κοιτάξεις και δεν την αμφισβητείς. Γιατί μιλάει δακρυσμένη και χαρούμενη. Και τα μάτια της έχουν δει και Έρωτα και Πόνο και Πόλεμο και Ειρήνη.

Κι όλα τα ταξίδια της ζωής της μέχρι τώρα - μεγάλα και μικρά -  υπήρξαν αναμφίβολα οριστικά.

Wednesday, September 18, 2013

Μπε!


Οκέι, το καταλαβαίνω. Καταλαβαίνω να μη σε αγγίζει το μαχαίρι που κάθε τρεις και λίγο καρφώνεται στην κοιλιά ή στην πλάτη ενός μετανάστη. Δεν είναι γείτονας σου – και να είναι όταν σε βλέπει σκύβει το κεφάλι η αποστρέφεις το βλέμμα, οπότε δεν πάει να μαχαιρώνεται. Όσο δεν το βλέπεις δεν υπάρχει. («Κι αν δεν του αρέσει να πάει στην πατρίδα του. Εδώ πια, ούτε εμείς δε μπορούμε να ζήσουμε, θα ταΐζουμε και τους ξένους;»)

Καταλαβαίνω επίσης να μη σε αγγίζει κι ο λοστός που πέφτει στο κεφάλι ενός gay αγοριού ή κοριτσιού που απλώς διασκεδάζει με την παρέα του σε ένα μπαρ. Δεν είναι γιος σου, ούτε κολλητός σου (που μπορεί να είναι και να μην το ξέρεις, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία). Το πολύ – πολύ να είναι φίλος φίλου η παιδί του γείτονα που «προκαλούσε και πήγαινε γυρεύοντας».

Ούτε στα θέατρα και τις συναυλίες πηγαίνεις κι αν πηγαίνεις δεν πας σε αυτά τα βέβηλα και ιερόσυλα θεάματα, οπότε δε σου καίγεται καρφί για τον καλλιτέχνη που φιμώνεται και προπηλακίζεται από ένα μάτσο αμόρφωτους τραμπούκους. Στο κάτω – κάτω «τι θέλουν και τα βάζουν με τα ιερά και τα όσια; Δεν έχουν καταλάβει πως είναι άγριες εποχές; ας κάτσουν στην ησυχία του να μη μπλέκουν».

Ούτε αριστερός είσαι, ούτε και τις φωνές τους συμπαθείς. Δεν κατεβαίνεις σε πορείες, δεν τα βάζεις με τους μπάτσους. Είσαι φιλήσυχος και προσέχεις να μη μπλέκεις - γιατί «ποιος να τα βάλει τώρα με τα άγρια θηρία; Ας κρατάμε τις αποστάσεις κι όλα καλά».

Όμως χτες το βράδυ δεν την έπεσαν ούτε σε ένα μετανάστη, ούτε σε έναν ομοφυλόφιλο, ούτε σε έναν καλλιτέχνη, ούτε απλώς σε έναν αριστερό: την έπεσαν σε έναν τύπο σαν εσένα που έβλεπε μπάλα σε ένα καφέ στην πλατεία με την παρέα του. Τόσο απλά. Όσο απλά αύριο – μεθαύριο, που το μαχαίρι θα μπορεί να στρέφεται αδιακρίτως εναντίον του οποιουδήποτε, για οποιονδήποτε λόγο μπορεί να έρθει κι η δική σου σειρά. Γιατί όταν θα έχουν εξοντωθεί όλες οι ενδιάμεσες αποχρώσεις αυτή η χώρα θα καταλήξει να κατοικείται αποκλειστικά από αιμοβόρους μαύρους λύκους και φιλήσυχα άσπρα πρόβατα. (Και μάντεψε όταν σωθεί το πρώτο αίμα σε ποιους θα επιτεθούν οι λύκοι για να χορτάσουν.)

Δεν έχω να γράψω κάτι άλλο. Μόνο να σου πω πως αν γλίτωσες τις πρώτες τέσσερις μαχαιριές είναι γιατί εκκρεμεί η τελευταία, η οριστική και πιο ντροπιαστική: αν γλίτωσες ως μετανάστης, ως ομοφυλόφιλος, ως καλλιτέχνης, ως αριστερός, δεν υπάρχει καμία περίπτωση να τη γλιτώσεις ως πρόβατο. 



Sunday, July 28, 2013

Άνω Τελεία



Στάμος Σέμσης - Νατάσσα Μποφίλιου - Jirashimosu

Νέο ταξιδάκι του κατακαλόκαιρου.





Saturday, May 11, 2013

το αγόρι που συνομιλούσε με τα όνειρα.



Υπήρχε κάποτε ένα αγόρι που συνομιλούσε με τα όνειρα. Συνομιλούσε μαζί τους όπως οι εκπαιδευτές των θηρίων. Όταν ονειρευόταν κάτι άσχημο μελαγχολούσε ολόκληρη τη μέρα. Όταν πάλι έβλεπε κάτι χαρούμενο έμενε βουβός γιατί φοβόταν πως αν το μοιραστεί θα το προδώσει. Ήξερε τρομερά μυστικά για όλους τους ανθρώπους. Δεν κοιμόταν συχνά ούτε πολύ γι’ αυτό και τα όνειρα του ήταν πολύτιμα – σα σταγόνες δροσιάς σε άγονη γη. 

Το αγόρι που συνομιλούσε με τα όνειρα ήταν με το ένα πόδι σ’ αυτό τον κόσμο και με το άλλο σκορπισμένο στο διάστημα. Δε μπορούσε να ρυθμίσει που βρισκόταν κάθε φορά. Το σώμα του ήταν έρμαιο της στιγμής και της διάθεσης. Η διάθεση κι η στιγμή ήταν επίσης έρμαια μιας άλλης δύναμης μακρινής. Αν ήσουν τυχερός μπορεί να τον πετύχαινες για λίγο στην κανονική ζωή. Ίσα να βεβαιωθείς ότι υπάρχει. Μετά αποσυρόταν και πάλι στον πλανήτη του.

Τις περισσότερες στιγμές κοίταζε τους υπόλοιπους ανθρώπους από ψηλά. Τα σύννεφα έμπαιναν στα μάτια του και δεν τους έβλεπε καθαρά. Γι’ αυτό και δεν τους πολυεμπιστευόταν. Ό, τι ήξερε γι' αυτούς ήταν διαθλάσεις ονείρων. Δεν είχαν ένα πρόσωπο και σταθερό μα μια υδάτινη μορφή που άλλαζε σημαίνοντας διαρκώς άλλα. Στην προσωπική του μυθολογία οι υπόλοιποι ήταν αδιάφοροι: ένα στιγμιαίο dejavu του γονιδιακού του κώδικα. Ωστόσο τους καταδεχόταν. Ήξερε ότι ένα μέρος του ανήκει στον πλανήτη τους.

Το αγόρι που συνομιλούσε με τα όνειρα δεν ήταν θλιμμένο. Μερικές φορές μόνο που ξεχνιόταν. Τον περισσότερο καιρό χαμογελούσε. Ήξερε να διώχνει τις άσχημες σκέψεις με την ευκολία που ανάσαινε. Ήξερε επίσης να διαβάζει σημάδια που οι άλλοι δεν υποπτεύονταν καν: μια αλλαγή στη φορά του αέρα, το ανήσυχο φτερούγισμα ενός πουλιού, τις κουβέντες των εντόμων. Ήξερε που πήγαινε ο κόσμος μα δεν το μοιραζόταν ποτέ. Δεν ενδιαφερόταν να γίνει προφήτης ούτε ν’ αλλάξει την πορεία των πραγμάτων. Για εκείνον ήταν ένα και το αυτό.

Το αγόρι που συνομιλούσε με τα όνειρα μια μέρα έχασε τον ύπνο του για πάντα. Ήταν έτοιμος γι’ αυτό από τη μέρα που γεννήθηκε. Στη νέα του ζωή περιφερόταν τυφλός και άυπνος από μέρος σε μέρος. Όποτε κουραζόταν έβρισκε μια ήσυχη γωνιά στη μέση του πουθενά και καθόταν να ξαποστάσει. Τότε όλα τα όνειρα της ζωής του έβγαιναν μέσα απ’ τα σκοτάδια και κούρνιαζαν στα πόδια του σαν εξημερωμένα λιοντάρια. Εκείνος έμπλεκε τα δάχτυλα του στη χαίτη τους τους και αντιστοιχούσε τα μυστήρια του σύμπαντος ένα προς ένα. 

Μια στο τόσο, όταν ένιωθε μοναξιά και νοσταλγία για την παλιά εποχή, όταν διψούσε για νέα όνειρα έστελνε τις εξημερωμένες στρατιές του στον ύπνο όσων των γνώρισαν προς αναζήτηση λείας. Και τότε οι άνθρωποι άρχισαν να ξυπνάνε το πρωί δίχως όνειρα, μόνο με μια ανεπαίσθητη γεύση αίματος στα χείλη από το νυχτερινό κυνήγι και μια αφηρημένη ανάμνηση ενός νεαρού αγοριού που έζησε κάποτε για λίγο ανάμεσά τους. 

Monday, March 11, 2013

το γατί


Το όνειρο πήγαινε κάπως έτσι: είχα -λέει- ένα αγαπημένο γατί (στα όνειρα μου υπάρχει πάντα ένα συγκεκριμένο γατί που επανέρχεται περιοδικά). Σε αντίθεση με τις υπόλοιπες φορές όμως τώρα το γατί μου ήταν γερασμένο και κατάκοπο. Μόλις και μετά βίας έσερνε το λιπόσαρκο κορμί του, ενώ νιαούριζε επίμονα δίχως να παράγει κάποιο ήχο. 

Στην επόμενη εικόνα το γατί βρίσκεται ακόμα πιο κοντά μου. Παρατηρώ πόσο ταλαιπωρημένο είναι. Εκτός αυτού είναι ακρωτηριασμένο: του λείπει ένα από τα μπροστινά του πόδια. Το παίρνω με τρυφερότητα στην αγκαλιά μου. Όσο κι αν δεν αναγνωρίζω τη μορφή του, κάτι μέσα μου με διαβεβαιώνει πως πρόκειται για το πιο αγαπημένο μου πλάσμα στον κόσμο.

Το κοιτάζω βαθιά στα μάτια μου. Το γατί μου δεν έχει μάτια. Κάποιος του τα έχει βγάλει. Η καρδιά μου σφίγγεται. Νιώθω να το αγαπώ περισσότερο. Το βουβό νιαούρισμα συνεχίζεται. Διαισθάνομαι πως πεινάει. Το αφήνω προσεκτικά κάτω και πηγαίνω να του φέρω λίγο γάλα. 

Όταν επιστρέφω το γατί μου δεν είναι παρά ένα γατίσιο κεφάλι ακουμπισμένο στο πάτωμα. Δεν έχει μάτια, η μουσούδα του όμως είναι υγρή, τρυφερή κι επώδυνα οικεία. Παίρνω το κεφάλι και προσπαθώ να το ταΐσω βουτώντας το τρυφερά στο μπολάκι με το γάλα. Το γατίσιο κεφάλι πίνει με λαιμαργία. Το γάλα αδειάζει. Όταν το σηκώνω συνειδητοποιώ πως το γατί μου – ή ό, τι τέλος πάντων είχε απομείνει από αυτό – έχει πνιγεί.

Η καρδιά μου ωστόσο είναι ήσυχη. Μέσα μου κουλουριάζεται ευτυχισμένο, αρτιμελές, χορτάτο. Ξυπνάω ήρεμος. Με μια αίσθηση εξισορροπητικής απώλειας.

Monday, February 04, 2013

οι ξύλινες λέξεις


Επικρατεί η άποψη ότι κάποιες λέξεις είναι ξύλινες. Ο καιρός κι η χρήση έχουν περάσει από πάνω τους και τις έχουν αποξηράνει. Οι ξύλινες λέξεις είναι λέξεις που σε περιόδους ανάγκης χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον. Λέξεις γόνιμες που φυτεύτηκαν σε άνυδρα χωράφια της ιστορίας κι από την δίψα τους να θρέψουν την ανθρωπότητα γονιμοποίησαν το πεινασμένο χώμα, βλάστησαν και καρποφόρησαν. Κι οι λέξεις αυτές έθρεψαν τον άνθρωπο και τον πήγαν ένα βήμα παραπέρα από τη ματαιότητα του. Κι ο άνθρωπος πήρε τους καρπούς τους κι αφού χόρτασε, φύτεψε σε νέα χώματα τα κουκούτσια και τις φλούδες τους και συνέχισε να ζει, ξεχνώντας τις πρώτες ρίζες. Κι αυτές απόμειναν τα γέρικα δέντρα της αρχής. Πάντα εκεί σα σχήματα μα αποστερημένα από χυμούς τις τρέχουσας ζωής. Κι άμα έλεγες τη λέξη δεν εννοούσες αυτό που κάρπισε και σε έθρεψε στους δύσκολους καιρούς, μα τη σοδειά της χρονιάς, την παραγωγή και το εμπόριο. Κι η λέξη έγινε το κέρδος από την εκμετάλλευση της ξεχασμένης πρώτης ρίζας.

Για πολύ καιρό πήγαινε καλά το αλισβερίσι. Το χώμα ήτανε καλό με τους ανθρώπους – είχε και μια φυσική συμπάθεια προς την αυτοθυσία των μεγάλων λέξεων- και παρήγαγε με γενναιοδωρία. Και έφερναν τα δέντρα τα επόμενα ευμάρεια, και πλούτο και κέρδη στους ανθρώπους. Κι εκείνοι ολοένα και ξεχνούσαν την αρχική ρίζα κι ολοένα έκαναν το τέλος τους αρχή κι οι λέξεις σταδιακά έπαψαν να σημαίνουν το παραμικρό. Ώσπου το χώμα θύμωσε, κουράστηκε και έπαψε να δίνει τους καρπούς του. Έγινε εχθρικό, παγωμένο κι αφιλόξενο κι άφησε τους ανθρώπους να πεινάσουν. Τότε εκείνοι θυμήθηκαν την παλιά ρίζα της αρχής, μα έχοντας γεμίσει στρέμματα επί στρεμμάτων με μικρότερα δέντρα απ’ τους καρπούς της ξέχασαν που την είχανε φυτέψει. Κι άρχισαν να προσκυνάνε και να ικετεύουν κάθε παραφυάδα της μεγάλης ρίζας, κάθε δενδρύλλιο που γεννήθηκε από τη μεγάλη αρχή, κάθε μικρή λεξούλα που θύμιζε ένα σπουδαίο νόημα. Στα δύσκολα θυμήθηκαν το όνομά της πρώτης ρίζας και άρχισαν να το φωνάζουν προς τον ουρανό μα δεν έπαιρναν απόκριση καμία. Και τότε πίστεψαν πως δεν υπάρχει θεός αφού δεν τους απαντάει στην ανάγκη τους. Κι άρχισαν τότε να αποκαλούνται με τις μεγάλες λέξεις μεταξύ τους, έτσι να καλημερίζονται το πρωί, κι έτσι να καληνυχτίζονται το βράδυ. 

Και σιγά σιγά ο κάθε άνθρωπος πίστεψε πως είναι κι ένας μικρός Θεός που ορίζει τον κόσμο των λέξεων και τα νοήματα του. Και ως μικροί θεοί ξανάπιασαν τις αξίνες και τα φτυάρια και ξεχύθηκαν στα χωράφια και ξεκίνησαν να σκάβουν και να σκαλίζουν το θυμωμένο χώμα, προστάζοντας το να τους υπακούσει. Και όσο εκείνο αντιστεκόταν τόσο εκείνοι θύμωναν κι επέμεναν για να του αποδείξουν ότι είναι Θεοί κι ότι μπορούν να το δαμάσουν. Κι η μάχη ήταν χωρίς τέλος. Και το χώμα από το χτύπημα πάγωσε και τους κλείδωσε απ’ έξω. Μα οι άνθρωποι που δεν ήταν άνθρωποι πια μα μεγάλες λέξεις και μικροί θεοί συνέχισαν να το χτυπάνε με βια και επιμονή μεγάλη για να τους θρέψει με το ζόρι. Κι όταν έσπασαν τις αξίνες τους έπεσαν στα γόνατα και το χτυπούσαν με τις γροθιές τους μέρα και νύχτα για βδομάδες μήνες και χρόνια. Και μια μέρα μετά από πολύ καιρό, το χώμα τους λυπήθηκε που επέμεναν τόσο και μαλάκωσε κι αγκάλιασε τα κουρασμένα τους πόδια και χέρια. Και τους είπε πως δε χρειάζονται πια μεγάλες λέξεις και πως η επιμονή τους αρκούσε για να το συγκινήσει και πως αν ήθελαν μπορούσαν να κάνουν ανακωχή και να αναπαυθούν επιτέλους. Κι οι άνθρωποι αποκαμωμένοι κατάλαβαν πως δεν ήτανε Θεοί και δέχτηκαν. 'Εβγαλαν ρίζες και φυτεύτηκαν βαθιά στο χώμα και στάθηκαν ο ένας δίπλα στον άλλον σαν κουρασμένα δέντρα. Και τότε σώπασαν για πάντα. Και τα σπουδαία νοήματα έρχονταν και έφευγαν και ξανάρχονταν και δεν υπήρχε κανείς να τα μιλήσει. Κι οι άνθρωποι έγιναν λέξεις οριστικά. Κι οι λέξεις δε σήμαιναν τίποτα. Κι οι άνθρωποι δε σήμαιναν τίποτα. Και μόνο το χώμα τους αγαπούσε, γιατί μόνο εκείνο ήξερε τί είχαν περάσει. Μα δεν υπήρχαν λέξεις για να το περιγράψουν. Κι ούτε κανένας να νοιαστεί να το ακούσει.


Monday, December 31, 2012

Ο κρίκος


Είθισται κάθε χρόνο τέτοια μέρα να κάνω έναν απολογισμό της χρονιάς που πέρασε. 6 και παραπάνω χρόνια είμαι πιστός στην παράδοση. Φέτος λέω να το αλλάξω. Για δυο λόγους εξίσου βασικούς: 

α. Δε θυμάμαι τί έφερε και τί πήρε αυτή η χρονιά και δε θέλω να μπω σε διαδικασία να το κάνω. Μου αρέσει που εκπνέει με μια ολοκληρωτική νομοτέλεια κατάδική της. Το 2012 ήταν ένα σώμα κι ενιαίο - ούτε καλό, ούτε κακό, οπότε μάλλον σώμα θνητό κι ενήλικο. Γεννήθηκε, ωρίμασε, γέρασε και αποχωρεί όπως οι πλήρεις ημερών οικείοι.

β. Δε θέλω να ελπίσω κάτι συγκεκριμένο για τη χρονιά που έρχεται. Θέλω να δεχτώ αυτά που φέρνει καθαρός και ανέτοιμος, χωρίς προσδοκίες, χωρίς φόβους και αγωνίες. Θέλω να αναμετρηθώ με το καινούργιο με τη σιγουριά που κρατιέμαι απ' τα παλιά, με τα εφόδια που ήδη έχω και μ' αυτά που είμαι ανοιχτός να αποκτήσω. Θέλω να κάνω το νέο ταξίδι σαν άνθρωπος που δε σταματά να εκπλήσσεται από το απρόβλεπτο της κανονικής ζωής.

Αυτό το 13 λέω να το ονομάσω κρίκο μιας αλυσίδας. Κρίκο πανομοιότυπο, λαξεμένο από το ίδιο κράμα ατσαλιού και σκόνης. Κι αν μου επιτρέπεται μια και μόνη ελπίδα - κι όχι ευχή, προσδοκία ή απαίτηση -  αυτή θα ήταν η σειρά της αλυσίδας να τραβήξει την ίδια γραμμή ελευθερίας μέχρι τον επόμενο κρίκο της. Κι ας μην είναι αυτός που θα φέρει το πολύτιμο πετράδι της σειράς. Μου αρκεί να είναι γερός, δυνατός και άξιος να κρατήσει ασφαλή αυτά που προηγήθηκαν κι αυτά που μέλλουνε να 'ρθουν. Τα όσα.

Απαραίτητη προϋπόθεση: Υγεία στα σώματα και στα πνεύματα. Τα υπόλοιπα κανονίζονται.


Tuesday, November 13, 2012

Vallauris



Η Brigitte Bardot επισκέπτεται τον Pablo Picasso στο ατελιέ του στις Κάννες το 1956.

Ένα θέμα για μονόπρακτο.


Sunday, October 14, 2012

Χυτήριο 12/10


Την Παρασκευή που μας πέρασε ήμουν έξω από το θέατρο Χυτήριο. Δε μπορούσα να κάνω αλλιώς. Ήταν μια παρουσία που τη χρωστούσα σε κάθε ελεύθερη και συνειδητή επιλογή που έχω κάνει μέχρι σήμερα στη ζωή μου. Ένα χρέος στο δικαίωμα μου να μιλάω και να γράφω συντάσσοντας όπως θέλω τις λέξεις που επιλέγω και να τις δημοσιεύω σε τούτο εδώ το blog, ή στα στάτους μου στο facebook ή στο twitter χωρίς να σκέφτομαι τις συνέπειες‧ χρέος στο δικαίωμα μου να γυρίζω στους δρόμους μέχρι ότι ώρα επιθυμώ, να κάνω παρέα, να θαυμάζω και να ερωτεύομαι τους ανθρώπους που μου κάνει κέφι, χωρίς να δίνω λογαριασμό σε κανέναν πλην του εαυτού μου. Η παρουσία μου στο Χυτήριο δεν ήταν οικειοθελής ούτε συμβολική: ο κατάλογος είχε ήδη ανοιχτεί και κάποιος φώναζε το όνομά μου.

Μια μέρα πριν. ΄Όταν πληροφορήθηκα τα γεγονότα κι ένιωσα προσβεβλημένος: λες και κάποιος είχε εισβάλλει με το έτσι θέλω στο δικό μου σπίτι, είχε σκίσει τα βιβλία μου, είχε τσαλαπατήσει τους δίσκους και τις ταινίες μου και στο τέλος είχε ρίξει ένα σπίρτο κι είχε βάλει φωτιά σε ό,τι μικρό κι ασήμαντο συνέθετε τον κόσμο μου. Σαν κάποιος αόρατος δικτάτορας να καταργούσε βίαια κι αποφασιστικά το όνομα μου, στο όνομα κάποιων αλλόκοτων αρχών ενός ηθικού κώδικα που δεν ενέκρινα ποτέ, ούτε εφήρμοσα στην καθημερινότητα μου. Ένιωσα περιττός αριθμός, εκκρεμής υπόθεση προς διευθέτηση, επόμενο θύμα. Και βρέθηκα ξαφνικά από τον ελεύθερο κόσμο μου να κατοικώ στις ολοκληρωτικές κοινωνίες του Fahrenheit 451, του 1984 και των θρύλων του Θανάση Τριαρίδη.

Η φυσική παρουσία έξω από το θέατρο – το όποιο θέατρο, εκδοτικό οίκο ή μουσική σκηνή τίθεται στόχος του ανελεύθερου σκοταδισμού – ήταν πάνω απ’ όλα προσωπική ανάγκη. Οι 200-300 άνθρωποι που συγκεντρωθήκαμε έξω από το Χυτήριο δεν το κάναμε μόνο για να δείξουμε ότι υπερτερούμε αριθμητικά από τις οργισμένες μειονότητες, ούτε για να προτάξουμε τα στήθη μας ενάντια στους τραμπούκους, προκειμένου να διασφαλίσουμε την ομαλή διεξαγωγή της συγκεκριμένης παράστασης. Το κάναμε πρώτα και κύρια για να υπενθυμίσουμε στους εαυτούς μας και τους άλλους πως είμαστε ακόμα άνθρωποι ελεύθεροι, που μπορούμε να σταθούμε στο πλευρό άλλων ελεύθερων ανθρώπων που επιλέγουν ένα συγκεκριμένο τρόπο έκφρασης, είτε αρέσει είτε δεν αρέσει σε όλους. Στόχος δεν ήταν να προασπίσουμε μια συγκεκριμένη αισθητική, ιδεολογική ή θρησκευτική προσέγγιση αλλά το δικαίωμα του κάθε ανθρώπου να επικοινωνεί ελεύθερα τους προβληματισμούς του με όσους το επιθυμούν, με την απαραίτητη προϋπόθεση να σέβεται το δικαίωμα των υπόλοιπων στην αντίθετη άποψη.

Κι ήμασταν αρκετοί. Όχι αριθμητικά μα δυναμικά αρκετοί. Είδα στο γραφικό παραλογισμό της απέναντι πλευράς να αντιτίθενται καθαρά μάτια και όμορφα ήρεμα πρόσωπα. Είδα βλέμματα να γυαλίζουν μέσα στη νύχτα από σιγουριά για το τί είναι σωστό, τι ηθικό, τι ανεπίτρεπτο. Άκουγα απόψεις με συνοχή, αρθρωμένες με δυνατές στιβαρές φωνές κι ωραίες λέξεις. Αισθάνθηκα για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό πως δεν έχει χαθεί κάθε ελπίδα σε αυτή τη χώρα‧ δεν έχουν πάρει οριστικά τα ηνία οι ανεγκέφαλοι, οι τραμπούκοι, οι φασίστες. Αν και βρισκόμασταν συγκεντρωμένοι στο ημίφως της Ιεράς Οδού,  ο καθένας έμοιαζε να κρατά στο χέρι του μια προσωπική δέσμη φωτός, ενάντια στο ολοκληρωτικό σκοτάδι της εποχής. 

Θα μπορούσαμε ομολογουμένως να ήμαστε πολύ περισσότεροι. Υποθέτω πως όσοι δεν βρέθηκαν εκεί, το έκαναν είτε γιατί είχαν σημαντικότερα σχέδια για το βράδυ της Παρασκευής τους, είτε γιατί θεωρούν πως η ελευθερία τους δεν είναι υπό διαπραγμάτευση. Εύχομαι κι ελπίζω να συνεχίζουν να το πιστεύουν. Όπως το πίστευα κι εγώ ως το βράδυ της Πέμπτης που ενημερώθηκα βάναυσα κι απρόσμενα για τα επεισόδια, ράγισε η βιτρίνα του προστατευμένου μου μικρόκοσμου, γύρισα το κλειδί στο σπίτι μου και το βρήκα παραβιασμένο. Με όλες τις ελεύθερες μέρες από τούδε και στο εξής υπό διαπραγμάτευση.


Friday, October 12, 2012

Άνθρωποι - χελώνες.


Είμαι μια χελώνα. Νιώθω σαν να κουβαλάω στην πλάτη μου βάρος πολύ. Έναν κόσμο ολόκληρο. Βάρος που με κάνει δυσκίνητο. Βάρος που πλακώνει την οργή μου κι ενώ θέλω να φωνάξω δυνατά ίσα που ψιθυρίζω. Ξέρω πως η λογική είναι με το μέρος μου και με θυμώνει που δε μπορεί να ακουστεί. Είναι το όπλο μου το μοναδικό και την ίδια στιγμή το πιο ανίσχυρο, αυτό που πρώτο καταλύθηκε και άφησε έναν παράλογο όχλο να εισβάλλει στην ζωή μου. 

Θέλω να βγω στο δρόμο με τα αργά μου βήματα, να κοιτάξω έναν – προς έναν αυτούς που συναντώ για να δω αν μας ενώνει η κοινή λογική, ο βασικός ανθρωπισμός, το αυτονόητο. Αν έβρισκα έναν κώδικα να ενώσει όλους εμάς τους μουδιασμένους θα ξεχυνόμουν στο δρόμο. Θα τραβούσα από το μανίκι όσους περισσότερους μπορούσα να παρασύρω. Θα μοιραζόμουν μαζί τους τη σοφία των αιωνόβιων: θα εξηγούσα ξανά και ξανά γιατί το μίσος είναι ο λάθος τρόπος. 

Φοβάμαι όμως τί θα αντικρίσω αν το προσπαθήσω. Οι άνθρωποι – χελώνες στο φόβο γινόμαστε παράξενοι, απρόβλεπτοι, απόκοσμοι. Τραβάμε διαχωριστικές. Κοιτάμε καχύποπτα ο ένας τον άλλον. Δεν έχουμε κοινές γραμμές. Περιχαρακωνόμαστε. Κλείνουμε τα αφτιά και τα μάτια μας και στο τέλος της μέρας κλεινόμαστε στο ασφαλές μας καβούκι, κάνοντας μια γρήγορη καταμέτρηση των κεκτημένων, αναστενάζουμε ανακουφισμένοι που όλα είναι ακόμα στη θέση τους και πέφτουμε ήσυχοι για ύπνο. Άλλη μια μέρα που ο τρόμος δε μας άγγιξε. Άλλη μια μέρα που τη σκαπουλάραμε. Ο κόσμος είναι ακόμα φιλόξενος για τις ιδέες μας, αφού δεν τις προσέβαλε κανείς. Την επόμενη το κεφαλάκι μας ξεπροβάλλει από το καβούκι κι αντικρίζει με αγαλλίαση τον ήλιο να εξακολουθεί να λάμπει πάνω από την πλάτη μας. Είμαστε ελεύθεροι.

Μέχρι να έρθει εκείνο το δρομολογημένο πρωινό που η πόρτα μας θα είναι παραβιασμένη, το σαλόνι μας κατειλημμένο, κι εμείς θα το έχουμε επιτρέψει γιατί ποτέ δε δηλώσαμε ότι δε συναινούμε στο αντίθετο. Θα προσπαθήσουμε σε μια έσχατη απόπειρα αυτοάμυνας να επικαλεστούμε όλα τα δεδομένα ιδανικά μας και δε θα υπάρχει ούτε ένα να μας υπερασπιστεί. Θα κείτονται στο πάτωμα ποδοπατημένα, γιατί δεν τα επισημάναμε όταν έπρεπε, όταν δε διακυβεύονταν τα δικά μας κεκτημένα. Κι από το πουθενά θα βρεθούμε σαν αναποδογυρισμένες χελώνες με τα πόδια στον ουρανό και τον ευαίσθητο θώρακά μας εκτεθειμένο στον κίνδυνο, ανίκανοι να αντιδράσουμε ή να περισώσουμε το παραμικρό. Απλώς θα μένουμε να αναρωτιόμαστε τί συνέβη, πώς την πάθαμε έτσι και βρεθήκανε τα πάνω κάτω.

Δε θέλω να έρθει αυτή η μέρα. Ξέρω ότι φορτώθηκα τον κόσμο μου στην πλάτη γιατί φτιάχτηκα γι’ αυτόν. Κι αυτός που μου τον φόρτωσε να τον σέρνω για αιώνες, πηγαίνοντας σαν αργοκίνητο καράβι, προφανώς κατάλαβε ότι μόνο εγώ έχω τη δύναμη να διαχειριστώ αυτό τον κόσμο. Μόνο εγώ μπορώ να τον προστατέψω απ’ τους εχθρούς, απ’ τη βία κι απ’ τον παραλογισμό. Κι ο λόγος που μου έδωσε αργά βήματα είναι γιατί μου έδωσε σκληρό κόσμο. Έναν κόσμο που αξίζει να πολεμήσω για χάρη του. Με τα αργά μου βήματα. Με την τρυφερή πλευρά του καλά προστατευμένη. Όμως νιώθω πως τον κόσμο μου πρέπει να τον υπερασπιστώ στο δρόμο. Με αργά και σταθερά βήματα – γεννήθηκα χελώνα, δε γίνεται αλλιώς. Με αμφιβολία συνοδοιπόρων - δυστυχώς οι ελεύθεροι δε χρειάστηκε να συνασπιστούμε ποτέ στο παρελθόν. Με μια στρατιά επικίνδυνων ερπετών να επιβουλεύονται κάθε αξία και ιδανικό. Με όποιο τρόπο κι εναντίον οποιουδήποτε όμως κι αν παραστεί ανάγκη να υπερασπιστώ το φορητό μου κόσμο, για ένα είμαι σίγουρος: θα συμβεί στο δρόμο, επισημαίνοντας μέχρι τέλους το αυτονόητο.

Monday, October 01, 2012

οι ελιές



(Παύση)

- Θα 'θελα μια ελιά.

ΣΤΕΛΑ: 
Ελιά; Δεν έχουμε.

ΤΖΕΙΜΣ: 
Πως το ξέρεις;

ΣΤΕΛΑ:
Το ξέρω.

ΤΖΕΙΜΣ:
Κοίταξες;

ΣΤΕΛΑ:
Δεν είναι ανάγκη να κοιτάξω. Ξέρω τί έχω.

ΤΖΕΙΜΣ:
Ξέρεις τι έχεις;

(Παύση)

- Γιατί δεν έχουμε ελιές;

ΣΤΕΛΑ:
Δεν ήξερα πως σ' αρέσουν.

ΤΖΕΙΜΣ:
Ώστε γι' αυτό δεν είχαμε ποτέ ελιές εδώ μέσα! Γιατί δε νοιάστηκες ποτέ σου να ρωτήσεις αν μ' αρέσουν οι ελιές...



(Όλη η ανθρωπότητα σε λίγες αράδες από τον ιδιοφυή Κύριο Χάρολντ Πίντερ.)