Sunday, May 14, 2017

38 δευτερόλεπτα


Μιλάω με τη μάνα μου στο τηλέφωνο καθημερινά (η σχεδόν καθημερινά). Συνήθως με πρωτοβουλία δική της. Ή των ενοχών μου όταν έχω αγνοήσει σερί τις κλήσεις της κι έχουμε καιρό να τα πούμε. Μιλάμε είτε πρωινές ώρες (“σε ξύπνησα;”) είτε βραδινές (“με ξέχασες!”). Ανεξαρτήτως ώρας του τηλεφωνήματος πάντα περιλαμβάνεται μια ερώτηση περί διατροφής σε διάφορες διατυπώσεις: “έφαγες;” - “θα φας;” - “μαγείρεψες;” - “πήγες σούπερ μάρκετ;” και πάντα ακολουθείται από μια γενικού ενδιαφέροντος: “πως περνάς;”, “θα βγεις το βράδυ;”, “η δουλειά πως πάει;”, “ο ύπνος σου;” “πότε θα γράψεις κάνα χαρούμενο τραγούδι;”. Μετά, τις περισσότερες φορές, γίνεται μια παύση - Η παύση - πάντα η ίδια παύση. Εκεί η μάνα μου κάνει ένα καμικάζι σερβίς της υποθετικής μπάλας της συζήτησης κι ύστερα σωπαίνει, περιμένοντας να δει τί ψάρια θα πιάσει. Αν η μπάλα βρει στόχο ξετρυπώνει καμιά έξτρα πληροφορία της μυστηριώδους και σκοτεινής ζωής μου. Αν όχι, μαζεύει τα κομμάτια της, σπεύδοντας να σκοτώσει τη σιωπή με τη φράση “πάντα καλά να είστε παιδιά μου”. Η μπαλα της επιστρέφεται με την γενική ερώτηση από πλευράς μου: “εσείς καλά; ο πατέρας;”. Εδώ το θέμα είναι ελεύθερο. Εδώ η μαμά, αναθαρρεί κι αρχίζει να μιλά για τα νέα του μικρού της βασιλείου, τις τρέλες “αυτού του πατέρα μου”, μια ωραία εκδρομή που έχει οργανωθεί και θα ήθελε πολύ να πάει, ένα ύφασμα μούρλια που έχει βάλει στο μάτι, μια νέα συνταγή που είδε σε ένα περιοδικό ή στην τηλεόραση και θέλει να μου την περιγράψει με κάθε λεπτομέρεια γιατί “είναι εύκολη και μπορείς να την κάνεις κι εσύ καμιά μέρα που θα έχεις κόσμο”. Το τηλέφωνο κλείνει κάθε φορά ανεξαιρέτως με το ίδιο παράπονο: “μη με ξεχνάς, να με παίρνεις”, (“σε παίρνω μαμά, κάθε μέρα μιλάμε”), “εγώ σε παίρνω, να με παίρνεις κι εσύ πιο συχνά”. Όταν αποσπάσει την πολυπόθητη υπόσχεση να είμαι πιο τυπικός το κλείνει ανακουφισμένη. Δύσπιστη μα ανακουφισμένη.

Κάθε (μα κάθε) φορά που κλείνουμε, το μάτι μου πέφτει στην οθόνη του τηλεφώνου. Η διάρκεια της κλήσης, είτε πρωινής, είτε βραδινής, είναι σχεδόν πάντα 38 δευτερόλεπτα. Ούτε λιγότερο, ούτε περισσότερο. Δεν ξέρω ποια τυχαία σύμπτωση έχει αποφασίσει αυτό το χρονικό πλαίσιο, ωστόσο όσο κι αν παρεκκλίνουμε του τελετουργικού, η χρόνος του παραμένει ο ίδιος. Ελάχιστες είναι οι φορές που η συνομιλία μας έχει αγγίξει το λεπτό (για περισσότερο ούτε λόγος) κι όταν αυτό συμβαίνει το καταλαβαίνω πρωτίστως από τον ήχο της φωνής της, που γίνεται αλλιώτικος - σαν να έχει καρφώσει τη σημαία της σε μια απάτητη βουνοκορφή.

Κάθε φορά η ίδια σκέψη: την επόμενη να κρατήσω το τηλέφωνο πιο πολύ. Όλο και κάποια ερώτηση θα μπορώ να σκαρφιστώ για να της δώσω τη χαρά και το χρόνο να γιορτάσει την επικοινωνία μας, όπως λαχταρά. Όλο και κάποιο νέο μου θα της φτιάξει τη μέρα. Κάθε φορά όμως το τηλεφώνημά σκάει σε μια άσχετη στιγμή της καθημερινότητας και με αιφνιδιάζει. Κι έτσι η γιορτή της κουβέντας μας στήνεται, γιορτάζεται κι αποκαθηλώνεται στα 38 σταθερά δευτερόλεπτα που της αντιστοιχούν.

Δεν είναι οι τύψεις ο λόγος που θέλω να κάνω το τηλεφώνημα να διαρκέσει περισσότερο. Για μένα τα 38 δευτερόλεπτα δεν υφίστανται πραγματικά. Δεν είναι παρά η τυχαία διάρκεια μια καθημερινής, αναπόδραστης συνήθειας, όπως ο πρώτος καφές της μέρας. Η φωνή της μάνας μου, οι ερωτήσεις της, οι αγωνίες της, οι ανησυχίες της, τα πράγματα που της δίνουν χαρά κι αυτά που τη στεναχωρούν, ο τρόπος που βλέπει κι αισθάνεται τον κόσμο, οι πιο βαθιές επιθυμίες και οι φόβοι της είναι δίπλα μου και μέσα μου από τη μέρα που γεννήθηκα. Είναι κομμάτι του βαθύτερου εαυτού μου, των πιο αγνών πρώτων χρόνων μου, αλλά και τον πιο μακρινών, μελλοντικών προβολών μου. Αν υπάρχει ένας λόγος που θέλω κάποια στιγμή να σπάσω το φράγμα των 38 δευτερολέπτων ειναι για να νιώσει κι εκείνη με την ίδια σιγουρια που το νιώθω κι εγώ, πως βρισκόμαστε σε ανοιχτή επικοινωνία από την πρώτη μέρα που γεννήθηκα (ίσως και μερικούς μήνες πριν) και το τηλέφωνο της καθημερινής μας επαφής δε θα κλεισει παρά πολύ καιρό μετά, αφού θα έχουμε φύγει κι οι δυο, σε διαφορετικούς χρόνους απ’ τη ζωή. Εκεί, λίγο πριν το οριστικό τέλος, αν η τυχαιότητα της ύπαρξης με αξιώσει να δω βαθιά γεράματα θα κοιτάξω μια τελευταία φορά την οθόνη του τηλεφώνου και θα δω να έχει μετρήσει όλα τα δευτερόλεπτα του χρόνου μου στη γη, από το πρώτο ώς το τελευταίο. Γιατι - όσο κι αν δεν της το λέω - όσο κι αν δεν το ξέρει ή δε θα το μάθει ποτέ, με εκείνη συντονίζονται και σε εκείνη αφιερώνονται πρώτα και πάνω απ' όλους.



ΥΓ: Υπάρχει ένα τραγούδι που έχω γράψει για εκείνη και δε θα μπορούσε να λείπει σε καμιά περίπτωση από ένα κείμενο σαν αυτό. Αν η φωνή της μάνας μου ήταν τραγούδι λοιπόν, θα έλεγε τα παρακάτω:



Tuesday, May 02, 2017

Don't cry for me...


Γενική δοκιμή για την EVITA μας απόψε και μετράω τις ώρες. Από αύριο παραδίδουμε στο κοινό μια δουλειά που προσωπικά αγάπησα πολύ. Θα σκεφτεί κανείς (και με το δίκιο του) ότι κάθε φορά, σε κάθε νέα δουλειά, τα ίδια λέμε. Εδώ όμως, τουλάχιστον για μένα, είναι αλλιώς: εδώ πρόκειται ένα έργο - ανοιχτό λογαριασμό της εφηβείας μου, αλλά και μια εκκρεμότητα που έφευγε κι ερχόταν στη ζωή μου με το φύσημα του αέρα. Και να που η μοίρα άφησε για λίγο τα παιχνίδια της κι αποφάσισε να μου κάνει το δώρο και μάλιστα στο σπίτι μου, στον αγαπημένο μου Πειραιά. Από αύριο λοιπόν ένα μεγάλο στοίχημα μιας δεμένης ομάδας παραδίδεται στο κοινό προς κρίση. Ευτυχής με το αποτέλεσμα, ευτυχής με τη συνάντηση τόσων ταλαντούχων συνεργατών που έδωσαν το 100% του μόχθου, του ταλέντου και της αγάπης τους, πιστεύω βαθιά πως θα σας κερδίσει. Από εκείνες τις πολύτιμες φορές που η αγωνία για το αποτέλεσμα, αντικαθίσταται από την ανυπομονησία του μοιράσματος.

ΥΓ. Ελπίζω ο σπουδαίος, αγαπημένος μου δάσκαλος, ο Μάριος Πλωρίτης, από κάπου εκεί ψηλά, να εγκρίνει την ελληνική εκδοχή που θα ακούσετε. Κάθε μου λέξη αφιερώνεται σε εκείνον.

πληροφορίες και συντελεστές:

Evita , Δημοτικό Θέατρο Πειραιά

Νάντια Μπουλέ, Αιμιλιανός Σταματάκης, Μιχάλης Ψύρρας, Άλεξ Οικονόμου, Μαρία Δελετζέ, Ίαν Στρατής, Άρης Πλασκασοβίτης.
Μαζί τους οι: Έλενα Βακάλη, Ανδρέας Βούλγαρης, Γιώργος Βούντας, Ίρις Γουργιώτου, Πέτρος Ιωάννου, Ντένια Λεβέντη, Στέφανι Μακαρίτη, Πάνος Μαλακός, Πάνος Μαλικούρτης, Γιάννης Μανιατόπουλος, Σταύρος Μαρκάλας, Νία Μπαλάφα, Σταύρος Μπέκας, Αγγέλα Σιδηροπούλου, Κατερίνα Σούσουλα, Aγγελική Τρομπούκη, Εύα Τσάχρα.
Συμμετέχει: 10μελής παιδική χορωδία.
Την μουσική της παράστασης ερμηνεύει ζωντανά η MajesticSymphonicOrchestra.

Σκηνοθεσία : Δημήτρης Μαλισσόβας
Απόδοση κειμένου : Γεράσιμος Ευαγγελάτος
Μουσική διδασκαλία/ Διεύθυνση ορχήστρας : Αλέξιος Πρίφτης

Χορογραφίες: Νίκος Μαριάνος
Σκηνογράφος: Ζήσης Παπαμίχος
Φωτισμοί: Αλέκος Γιάνναρος
Ενδυματολόγος: Ηλένια Δουλαδίρη
Β' Ενδυματολόγος: Μαίρη Μαρμαρινού
Φωτογραφίες: Δημήτρης Σκουλός
Μακιγιάζ: Γιάννης Μαρκετάκης
Κομμώσεις: Τρύφωνας Σαμαράς
Artwork: Κωνσταντίνος Γεωργαντάς
Video: Νίκολας Οικονομίδης
Βοηθός σκηνοθέτη: Νουρμάλα Ήστυ

Παραγωγή: People Entertainment Group Α.Ε.
Διεύθυνση παραγωγής: Γιώργος Ισαάκ - Άλεξ Ελσαμπάγ
Οργάνωση παραγωγής: Δάφνη Πιτσίκα
Βοηθός παραγωγής: Γρηγόρης Παγανίτσας

EVITA is presented by People Entertainment Group by arrangement with The Really Useful Group Ltd.

Ημέρες και ώρες παραστάσεων

Τετάρτη, Πέμπτη, Κυριακή στις 20:30
Παρασκευή, Σάββατο στις 21:00
Πρεμιέρα: Τετάρτη 3 Μαΐου 2017
Τελευταία παράσταση: Κυριακή 28 Μαΐου 2017

Τιμές εισιτήριων
Διακεκριμένη ζώνη: 30€
Α’ ζώνη: 25€
Β’ ζώνη: 20€
Γ’ ζώνη: 10€, 15€



Saturday, April 29, 2017

το κορίτσι στο αμφιθέατρο


Πρώτη μέρα στο αμφιθέατρο του τμηματος θεατρικών σπουδών του πανεπιστημίου Αθηνών - κάπου στις αρχές του 21ου αιώνα.Έκτος όροφος - αίθουσα 6 (ή 8;) - μάθημα: αρχές σκηνογραφίας (ή αρχαία ελληνικά;)

Ένα αλλόκοτο κορίτσι από το μπροστινό θρανίο μου πιάνει απρόσμενα εντελώς την κουβέντα. Σπάει με μια της ανάσα όλους τους τοίχους που έχω υψώσει.

“Συγγνώμη, εσείς θα ξέρετε… ποια δραματική σχολή είναι η καλύτερη στην Ελλάδα; Το Τέχνης ή η Βεάκη;”

Βαριά κυπριακή προφορά, μεγάλα μαύρα μάτια, το πιο παράξενα γοητευτικό πλάσμα που θα μπορούσε να αντικρίσει ενα καθόλου παράξενα ακοινώνητο πλάσμα την πρώτη μέρα της φοιτητικής του ζωής.

Από εκείνη τη μέρα γίναμε αχώριστοι. Μαζί για καφέ, μαζί στα μαθήματα, μαζί στις παραστάσεις μετά τη σχολή. Και τα χρόνια πέρασαν, κι οι εμπειρίες που μας ένωναν πολλαπλασιάζονταν με ρυθμούς που θα μπορουσαν να γεμίσουν βιβλίο. Μοιραστήκαμε έρωτες, σχέσεις, χωρισμούς, διαβάσματα, ξενύχτια, συγκινησεις, γέλια, παρέες, απογοητεύσεις.

Κι εκεί που μεγαλώναμε με την ασφάλεια της παρουσίας ο ένας του άλλου, ξαφνικά έφυγε. Μια παράσταση στην Κύπρο (για λίγο καιρό) και μετά άλλη (για περισσότερο) και μετά δασκάλα σε σχολείο (λίγο πιο μόνιμη θέση…) κι ύστερα άλλες δουλειές εκεί, ρόλοι σε θέατρο και τηλεόραση και ξαφνικά ένας έρωτας και γάμος και μωρό και οικογένεια…

Με λίγα λόγια ήρθε η ζωή αποφασιστική να μπει στη μέση. Η καθημερινή παρουσία αντικαταστάθηκε από μηνύματα αγάπης και αφοσίωσης μια στο τόσο… τα νέα μας μέσα από τα social media (που εμφανίστηκαν ξαφνικά στις ζωές μας), μια βραδιά σε μια βεράντα σε μια σύντομη επίσκεψη της στην Ελλάδα (όπου την είδα αρραβωνιασμένη και ευτυχισμένη) και μια φευγαλέα συνάντηση σε μια επίσκεψη μου για συναυλία στην Κύπρο που κράτησε ίσα με μια αγκαλιά κι ένα φιλί…

Κι έτσι πέρασαν 7 χρόνια. Κι οι ζωές μας χωριστές, αλλά με τη σιγουριά της παρουσιάς του καθενός καλά φυλαγμένη στα σκοτεινά σημεία της καρδιάς μας. 

Και χτες ξαφνικά την είδα και πάλι. Ήρθε απρόσμενα εντελώς στην Αθήνα για δυο παραστάσεις (με ένα μονόλογο που έκανε τόση αίσθηση στην Κύπρο, ώστε πέρασε τη θάλασσα). Ήμουν εκεί στην πρώτη σειρά. Ένα σκέτο μήνυμα την προηγούμενη: “Το βράδυ μετά την παράσταση μην κανονίσεις τίποτα! σε κλείνω! Θα βγούμε για φαγητό.”

Στην παράσταση ήταν συγκλονιστική. Είχα χρόνια να την δω να παίζει. Δεν είχε περάσει μέρα από πάνω της. Ήταν ακόμα εκείνο το κορίτσι από το αμφιθέατρο της φιλοσοφικής. Ίδια φωνή, ίδιο βλέμμα, ίδια συγκίνηση, ίδιο δόσιμο στους ρόλους…

Χειροκρότημα… υπόκλιση…

Το εστιατόριο στον τελευταίο όροφο του θεάτρου. Λακωνικό μήνυμα: “Είμαι πάνω και σε περιμένω. Ετοιμάσου κι έλα”. Ένα τέταρτο αργότερα μπαίνει στην αίθουσα με το φασαριόζικο αέρα που φύσούσε κάθε φορά έμπαινε σε ένα χώρο όσα χρόνια τη γνωρίζω. Με δυνατή φωνή φωνάζει ένα μακρόσυρτο “αγααααάπη μου”, όπως τότε που είχαμε να βρεθούμε μια μέρα το πολύ. Μια σφιχτή αγκαλιά από αυτές που σπάνια δίνω με όλη μου την καρδιά που ούτε ξέρω πόσο κράτησε. Κι ένα φιλί διαρκείας με συσσωρευμένη όλη την αγάπη μια επταετίας. 

Πιάσαμε το νήμα απο εκεί που το είχαμε αφήσει στα τελειώματα του Πανεπιστημίου. Θυμηθήκαμε τα πάντα… μιλούσαμε και μιλούσαμε και η νύχτα περνούσε και για μας ήταν όλα εκεί: ο Jean Genet κι η Λούλα Αναγνωστάκη, η Αγνή Μουζενίδου κι ο Σπύρος Ευαγγελάτος, η Bjork στο "χορεύοντας στο σκοτάδι" κι η Bette Davis σε εκείνη την ταινία που πεθαίνει από γλοίωμα ( και που όσο κι αν προσπαθήσαμε δε μπορέσαμε να θυμηθούμε τον τίτλο). Τα μάτια της (υποθέτω και τα δικά μου) άστραφταν στο χαμηλό φωτισμό της αίθουσας όπως τότε.

Καθώς μιλούσαμε ένιωσα ευγνωμοσύνη για τους σημαντικούς ανθρώπους που περνάνε από τη ζωή μας και δεν χάνονται ποτέ, ακόμα κι αν οι συνθήκες, για λόγους δικούς τους, τους απομακρύνουν, για λίγο η περισσότερο. Σήκωσα το ποτήρι μου… και δεν ήπια στα προηγούμενα. Ήπια στα επόμενα. Ήπια στους μελλοντικούς εαυτούς μας και στους νέους ρόλους που επιφυλάσσει ο χρόνος για τον έναν μέσα στη ρευστή ζωή του άλλου.

Φύγαμε τις νεαρές ώρες από το εστιατόριο ζαλισμένοι. Περπατήσαμε στο κέντρο της Αθήνας κι ήμασταν πάλι παιδιά είκοσι χρονών κι η Αθήνα μια πόλη γεμάτη προοπτικές και προσδοκίες. Μου είχε λείψει αυτό το πρόσωπο της πόλης - νόμιζα πως μου το είχε οριστικά στερήσει για πάντα τη στιγμή που έχασα την πρώτη νεανική αθωότητα. 

Μια αγκαλιά για αποχαιρετισμό. Προσωρινό. Μέχρι οι μελλοντικές προβολές μας να βρεθούν σε μια τυχαία συγκυρία. Αμοιβαίες υποσχέσεις οτι η επόμενη συνάντησή μας δε θα καθυστερήσει. Μπορεί να συμβεί μπορεί και όχι. Μπορεί άμεσα, μπορεί αργότερα. Είτε στη μια είτε στην άλλη περίπτωση βαθιά στην καρδιά έχω τη σιγουριά ότι οι γεροί δεσμοί δεν κόβονται ποτέ όσα χρόνια κι αν περάσουν.

Θα τα πούμε σύντομα.  Κανόνισε. Να προσέχεις. Σ’ αγαπώ…

Η Αθήνα διατηρεί το παλιό της πρόσωπο όση ώρα είμαι στο ταξί. Ακόμα κι όταν γυρίζω το κλειδί στην πόρτα μου και πέφτω στο κρεβάτι, νιώθω ότι μου έχει ανοίξει και πάλι, αναπάντεχα εντελώς, μια χαραμάδα στο χρόνο. Κοιμήθηκα και ξύπνησα 20 χρονών...

Thursday, April 27, 2017

παλιός θυμός


Κάθε ξημέρωμα
Βγάζω βόλτα ενα θυμό
Που θελει ημέρωμα
Ενα χάδι σου στο λαιμό

Θυμό για τα άχρηστα ξενύχτια μου
Θυμό για τα άσκοπα μεθύσια μου.

Ενα χάδι
Κι ο τι προλάβει
Ο θυμός μου να καταλαβει.

Παλιός θυμός
από παλιά καψόνια
Μια καινούργια έλξη φτάνει
κι όλα τα ξεχνώ.

Παλιός θυμός
απ’ τα παλιά τα χρόνια
Δε γυρεύω κάτι
ένα χάδι αληθινό.

Ένα χάδι κι ό, τι προλάβει.
Ένα χάδι κι ο, τι προλάβει
Ένα χάδι κι ό, τι προλάβει.
Ένα χάδι.

Κάθε ξημέρωμα
Ζούσα χρόνια μ’ ένα θυμό
Τον ελευθέρωνα
Μόνη χόρευα στο ρυθμό

Θυμό για τα βράδια τα ξενέρωτα
Θυμό για τα ψέμματα του έρωτα

Ενα χάδι
Κι ο τι προλάβει
Ο θυμός μου να καταλαβει.

Παλιός θυμός
από παλιά καψόνια
Μια καινούργια έλξη φτάνει
κι όλα τα ξεχνώ.

Παλιός θυμός
απ’ τα παλιά τα χρόνια
Δε γυρεύω κάτι
ένα χάδι αληθινό.


Φωνές: Στάμος Σέμσης - Μύρτα Σακελλαρίου
Στίχοι: Γεράσιμος Ευαγγελάτος Μουσική: Στάμος Σέμσης
Ενορχήστρωση: Στάμος Σέμσης
Μουσικοί: Μύρτα Σακελλαρίου - κιθάρα, Στάμος Σέμσης - βιόλα & programming

Μίξη - Παραγωγή: Ορέστης Πλακίδης & Στάμος Σέμσης

Η φωτογραφία είναι του Κάρολου Χρηστίδη.
Πρωτοακούστηκε στην παράσταση "Εδώ και Τώρα".



Tuesday, April 04, 2017

fine al rito


Ο Πειραιάς συννεφιασμένος.
Μια μπάντα προβάρει ποστ ροκ όνειρα.
- To σετ του Απρίλη -
Ντραμς ρυθμικά.
Θορυβημένα περιστέρια.
Γόπες και άδειοι αναπτήρες.
Ο αέρας μετριέται, κόβεται και μοιράζεται - 
πρόσφορο στους περαστικούς.
Μια γυναίκα τακτοποιεί την πραμάτεια της.
Χαμογελάει μόνη της
- και δεν ειναι καν εφτά -
Ένα τρένο περνάει.
Δεύτερο.
Καφές στο χέρι.
Τρίτο.
Ο Πειραιάς συννεφιασμένος.
Norma - Πράξη πρώτη: Casta Diva.
“Αγνή θέα σκέπασε μας με ασήμι.”
Κανονικά νυχτώνει αργά.
Απόγευμα Δευτέρας.
Προάγγελος.


Saturday, April 01, 2017

τοπία


Υπέροχη άγνωστη μου φιλόμουση κυρία μυθικής ηλικίας μού έπιασε την κουβέντα χτες βράδυ στην πρεμιέρα των "Τοπίων" στη Νέα Λυρική μας Σκηνή στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος.

“Μόνο εσείς βλέπετε καλά εδώ μέσα… Εγώ έχω μπροστά μου ένα κάγκελο και πρέπει να στέκομαι διαρκώς όρθια. Ανεπίτρεπτο. Κι εκτός αυτού, είναι χρώμα αυτό; πόνεσαν τα μάτια μου...”

Εν ολίγοις δεν ήταν ικανοποιημένη με τίποτα και προφανώς είχε ανάγκη κάπου να εμπιστευτεί τον πόνο της. Εκτός από την κακή ορατότητα από τη θέση της, την ενοχλούσαν τα πάντα: τα ευτελή υλικά στην κατασκευή ("μα τί είναι αυτά τα χαρτόνια που κρέμονται από το ταβάνι;") , η προβληματική και εντελώς πασέ αρχιτεκτονική της αίθουσας, ο μικρός χώρος (ω ναι!), οι πολλοί εξώστες (“πως θα ακούει και θα βλέπει τόσος κόσμος εκεί πάνω;”). Ακόμα και η απόσταση από το παρκινγκ (“θα βρέξει καμιά μέρα και θα θέλουμε βάρκα για να έρθουμε”.)

Γύρισα να την κοιτάξω καλύτερα. Το βλέμμα στο περιποιημένο κοντοκουρεμένο κεφάλι της ήταν πραγματικά έντρομο. Ντυμένη με ένα εκτυφλωτικό καναρινί ταγέρ, έμοιαζε με ένα κοκέτικο μικροκαμωμένο κίτρινο ψαράκι έξω απ’ τα νερά του. Δεν άργησε να αποκαλύψει τον πραγματικό λόγο της ολοκληρωτικής της δυσαρέσκειας:

“Ήμασταν τόσο καλά στο Ολύμπια: όμορφο, αρχοντικό, μαζεμένο… βλέπαμε από παντού, ξέραμε κάθε γωνιά του. Αχ και τί παραστάσεις είχαμε δει εκεί μέσα. Όμορφες εποχές, αξέχαστες…”

Μιλούσε με πραγματική νοσταλγία για “όμορφες κι αξέχαστες εποχές” κι ας μην έχουν περάσει παρά ελάχιστοι μήνες από την τελευταία παράσταση στο Ολύμπια και τη μεταφορά της λυρικής στο Ίδρυμα Νιάρχος. Η σχεδόν ψιθυριστή, υγρή φωνή της πενθούσε μέσα από τον καταιγισμό των παραπόνων της μια ολόκληρη εποχή που άφηνε πίσω και το καταναγκαστικό της πέρασμα σε μια καινούργια. Μια μικρή πολιτιστική εξόριστη τσαρίνα στην παγωμένη σιβηρία της Καλλιθέας.

Χτύπησε το τρίτο κουδούνι…

“Άντε να σας αφήσω να απολαύσουμε την παράσταση… Εσείς δηλαδή, γιατί εγώ ούτε που ξέρω τί θα καταφέρω να δω με αυτό το κάγκελο…”

Τα φώτα χαμήλωσαν, η αυλαία σηκώθηκε, αποκαλύπτοντας μια υπέροχη, εξαιρετικά φωτισμένη σκηνή ισάξια των ομορφότερων (όσων τέλος πάντων έχω δει) σκηνών της Ευρώπης. Η επιλογή των “Τοπίων” - ενός τριπτύχου τριών σύγχρονων χορογράφων (ανάμεσα στους οποίους κι ο Αντώνης Φωνιαδάκης - διευθυντής πια του μπαλέτου της λυρικής σκηνής) φάνταζε ιδανική. Ένα χορογραφημένο μανιφέστο - κλείσιμο ματιού, για τις προθέσεις της λυρικής σκηνής ως προς τη νέα της κατεύθυνση.

Δε μου φάνηκαν και τα τρία έργα το ίδιο πετυχημένα (ο πολυαναμενόμενος Μπενζαμέν Μιλπιέ σα να απογοήτευσε λίγο). Κι όμως η δύναμη, η φρεσκάδα, η φόρα με την οποία η Λυρική μπαίνει καλπάζοντας σε μια νέα φάση ήταν αφοπλιστική. Είδα νέες ιδέες, νιάτα, ελευθερία αλλά κι ένα σεβασμό στις κλασικές φόρμες συγκινητικό. Ένιωσα πως μια όμορφη εντελώς νέα εποχή ξημέρωνε για τον εντός της χώρας πολιτισμό μας κι ήμουν παρών σε μια ιστορική πρώτη βραδιά, που θα αποτελεί σημείο αναφοράς για κάθε παράσταση που θα παρακολουθήσω εκεί μέσα μέσα στα (ελπίζω πολλά) επόμενα χρόνια.

Στα διαλείμματα ύστερα από κάθε κομμάτι γύριζα να κοιτάξω την απογοητευμένη φίλη μου. Φυσικά κανένα κάγκελο δεν εμπόδιζε το οπτικό της πεδίο. Ωστόσο το βλέμμα της ήταν χαμένο σε βαθιές σκέψεις. Ίσως να μην της άρεσε καθόλου αυτό που έβλεπε· ίσως πάλι να πρόβαλε με το νου της σκηνές από θρυλικές παραστάσεις που αγάπησε στο “Ολύμπια” εκείνες τις “παλιές ωραίες εποχές”· ίσως απλώς το τόσο κόκκινο να της πονούσε τα μάτια.

Η παράσταση τέλειωσε με το ηλεκτροφόρο “Shaker Loops” του Φωνιαδάκη· ενέργεια εκρηκτική - το ιδανικό φινάλε μιας βραδιάς υποσχέσεων. Μετά την υπόκλιση, όταν άναψαν τα φώτα, γύρισα πάλι να κοιτάξω τη μυθική κυρία μου. Είχε εξαφανιστεί χωρίς να την καταλάβω, μέσα σε ενθουσιώδη χειροκροτήματα. Προφανώς είχε γλιστρήσει αθόρυβη και βιαστική από την έξοδο προς το πάρκινγκ φοβούμενη μην πνιγεί από καμιά απρόσμενη, ξαφνική καταιγίδα.

Βγαίνοντας στο ανοιχτό αίθριο του ιδρύματος, ανάμεσα σε ενθουσιώδεις (και λιγότερο ενθουσιώδεις) θεατές, χαμογελαστά λαμπερά πρόσωπα που φωτογραφίζονταν με φόντο τους διάφορους χώρους του ΚΠΙΣΝ, ανυποψίαστα παιδιά με ποδήλατα και ανθρώπους κάθε ηλικίας που απολάμβαναν απλώς την ανοιξιάτικη βόλτα τους, αναρωτήθηκα πόσες είναι οι πιθανότητες να ξαναπετύχω κάποτε σε κάποια από τις επόμενες παράστασεις τη φιλενάδα μου. Θα αποφασίσει να αποσυρθεί στο σπίτι της νοσταλγώντας τις χρυσές εποχές του "Ολύμπια" συμφιλιωμένη με το χρόνο που περνάει ή θα δώσει μια ευκαιρία στη Νέα Λυρική να διασκεδάσει την απογοήτευσή της προδομένης φιλόμουσης καρδιάς της μέσα στα χρόνια που θα έρθουν; Φαντάζομαι είναι κι αυτό ένα απ' τα πολλά, μεγάλα στοιχήματα της νέας εποχής που ξημερώνει.