Friday, July 30, 2010

Επιστροφή


Με την Κρήτη έχω ανοιχτούς λογαριασμούς. Αν με διάβαζες πριν δυο χρόνια ξέρεις και γιατί. Η Κρήτη ήταν για μένα μια σειρά από αψυχολόγητα νυχτερινά καράβια που με έπαιρναν απ' τη ζωή μου με μια τρομακτική χρονική ακρίβεια. Ήταν ατέλειωτες ώρες μοναξιάς και καφέδων και σελίδων βιβλίων και σκέψεων που άλλοτε γίνονταν λέξεις κι άλλοτε ξέμεναν στο κεφάλι μου κι ενεργοποιούνται σε ανύποπτο χρόνο μέχρι και σήμερα.

Στην Κρήτη έμεινα τέσσερις μήνες και συνειδητοποίησα πόσο σχετικές έννοιες είναι η λογική, η συνήθεια, οι επιλογές και τα δεδομένα. Εκεί κατάλαβα τί σημαίνει να επιβιώνεις, να προσαρμόζεσαι, να ελίσσεσαι. Ένιωσα ποιοι άνθρωποι ήταν πραγματικά και θα έμεναν για πάντα δικοί μου άνθρωποι - άσχετα αν η σχέση μου μαζί τους άλλαξε μέσα στους μήνες που ακολούθησαν. Στην Κρήτη ωρίμασα, όσο δεν είχα ωριμάσει μέχρι τότε κι όσο δεν πρόκειται να ωριμάσω ποτέ.

Η Κρήτη ήταν τηλέφωνα διαρκείας, e-mail, moleskine, το Σνιφ του Παπαδογιάννη, ο Καμί, ο Ντοστογιέφσκι κι η Francoise Sagan. Ήταν ο Stephen Sondheim κι ο Bob Fosse. Ήταν ολόκληρη η φιλμογραφία της Audrey Hepburn (στις πιο παράλογες συνθήκες προβολής), αεροπλάνα, πλοία, εισιτήρια, προγραμματισμοί, αγωνίες, διαψεύσεις, επιβεβαιώσεις.

Απόψε το βράδυ, από το λιμάνι του Πειραιά ξεκινά ένα ταξίδι στο χρόνο, που θα παίζεται σε δύο επίπεδα: Στο τότε και στο τώρα. Κάθε νέα εικόνα θα έχει ένα είδωλο στο παρελθόν, κι η ηρεμία της απόστασης θα υπερισχύει αναγκαστικά της μελαγχολίας.

Νομίζω δε θα ξεκινούσα αυτό το ταξίδι αν δεν είχα όπλα να πολεμήσω εκείνα τα παλιά φαντάσματα. Γι' αυτό κι επιστρέφω δυο χρόνια μετά. Για να επιστρέψω κάτι μνήμες εκεί που ανήκουν. Και να πάρω μαζί μου στην τωρινή ζωή μου, την τόσο μακρινή, μερικές καινούργιες. Φτιαγμένες αποκλειστικά και μόνο από μένα.


Έρωτες


Οι Έρωτες του Καλοκαιριού κυκλοφόρησαν. 20+ Αθηναίοι επιλέγουν το αγαπημένο τους σημείο στην πόλη και μοιράζονται τις σκέψεις τους μαζί μας. Ξεφυλλίζεις το νέο τεύχος εδώ.



Tuesday, July 27, 2010

Φεγγάρια


Τα φεγγάρια του καλοκαιριού είναι αλλόκοτα. Τα κοιτάζεις με τις ώρες και περιμένεις να σου δώσουν απαντήσεις. Καθυστερούν να απαντήσουν κι αναρωτιέσαι τί φταίει‧ και δε σου περνάει καν απ' το μυαλό πως δεν τα ρώτησες τίποτα ποτέ.

Thursday, July 22, 2010

edge


Το φετινό καλοκαίρι σωπαίνει γιατί έχει μια σοβαρή αποστολή: να κλείσει κύκλους, που έχουν ανοίξει εδώ και καιρό. Κύκλους που χρώσταγα εδώ και κάμποσα χρονάκια στον εαυτό μου να κλείσω κι όλο το ανέβαλα. Αποφάσεις σοβαρές που τελικά πάρθηκαν και σφραγίστηκαν και μπήκαν σε μια τελική ευθεία.

Δεν είναι δύσκολο τελικά να αποφασίζεις κάτι. Το δύσκολο είναι να διαχειρίζεσαι τις αμφιβολίες αν έχεις πάρει τη σωστή απόφαση. Αυτό το τελευταίο είναι που μας αποσυντονίζει και μας κάνει να αποφεύγουμε τα "μεγάλα ναι" (ή τα "μεγάλα όχι"). Θα καταφέρεις να ανταπεξέλθεις στο μέγεθος της ευθύνης; ή θα τα κάνεις θάλασσα πνίγοντας μια για πάντα την ευκαιρία να κάνεις το μεγάλο βήμα;

Κι είναι κι αυτό το "οριστικά" που μας τρομάζει. Βαθιά μέσα σου ελπίζεις πως η οριστική αμφιβολία μπορεί να αλλάξει. Να βρεθεί ο ένας καταλύτης που θα σου δώσει την τελική ώθηση να ξεφύγεις απ' αυτήν. Το οριστικό λάθος όμως -ακόμα κι αν είσαι από τους αισιόδοξους - ξέρεις πως δε μπορεί ποτέ να πάψει να είναι οριστικό (άντε αν είσαι από τους αισιόδοξους να το καταμετρήσεις στα μαθήματα ζωής - και τέλος).

Όμως λέω για πρώτη και μοναδική φορά να μην το αναλύσω περισσότερο. Ούτε να το φορτώσω σε καταλύτες και τελικές ωθήσεις. Λέω να βαφτίσω την απόφαση αποκλειστικά και μόνο δική μου ευθύνη, να πάρω φόρα και να κάνω την οριστική βουτιά. Ή μάλλον τις βουτιές. Μία προς μία: από βράχους νησιών μέχρι την κορφή ψηλών ευρωπαϊκών κτιρίων. Κι από απόκρημνες λέξεις σε άγραφες σελίδες μέχρι περιττές συνάξεις κι αναλώσεις.


Sunday, July 11, 2010

tweet


Η καταστροφή του Blogger είναι το twitter.
(και το ομολογώ στο blog με ένα tweet)
[σύνολο χαρακτήρων: 81]


Sunday, July 04, 2010

Carmen


Το απόλυτο πάθος σε μια γειτονιά του Μεταξουργείου: ο Έρωτας, η Ελευθερία, η φλόγα κι η συντριβή, σε μια παράσταση που παίζεται περισσότερο στο κεφάλι σου παρά μπροστά σου.

Κι αν μου έλεγαν να περιγράψω την ολοκληρωτική ομορφιά θα έλεγα πως απροσδόκητα εντελώς τη συνάντησα χτες βράδυ στο αφοπλιστικά ποιητικό πλάσμα που ονομάζεται Μαρία Ναυπλιώτου.

Μέχρι τις 11 του μηνός - ελπίζεις για εισιτήρια ή παράταση - και σπεύδεις να το δεις.


Wednesday, June 30, 2010

Live@Technopolis


Απόψε κλείνουμε μια γεμάτη χρονιά. Μια χρονιά στους δρόμους της Ελλάδας και στις νύχτες της Αθήνας. Μια χρονιά που ξεκίνησε ακριβώς ένα χρόνο πριν με ένα μεγάλο στοίχημα, που όσο κι αν το πιστεύαμε κατά βάθος νιώθαμε τρελοί: "Μα γεμίζουμε ένα τεράστιο χώρο σαν το προαύλιο της Τεχνόπολης";

Οι γνωστοί - άγνωστοι φίλοι αυτών των χρόνων, οι συνοδοιπόροι των ακροάσεων, μας διέψευσαν με τον πιο συγκινητικό τρόπο. Από τότε μια σειρά παράξενων συμπτώσεων και ονείρων που πραγματοποιούνταν ένα-ένα μας γέμιζαν διαρκώς χαρά, αλλά και αγωνία.

Η αποψινή παράσταση στην Τεχνόπολη είναι για μας μια γιορτή της χρονιάς που πέρασε - μια "τρυφερή ρετροσπεκτίβα" στιγμών, λέξεων, εικόνων, προσώπων που έδωσαν το παρόν στις ζωές μας και τις ζωές σας τη χρονιά που πέρασε. Τίποτα απ' όσα θα ακούσετε και θα δείτε απόψε δεν είναι τυχαίο. Όλα κάτι θα σας θυμίσουν και θα σας ταξιδέψουν πίσω σε μια χρονιά που την περάσαμε ουσιαστικά μαζί.

"Σταυρός του Νότου", "Orient", "GaiA Live", "Μετρό", "Εκατό μικρές Ανάσες", "Μέχρι το τέλος", Τρία Μυστικά", "Εισιτήρια Διπλά", ο Αλέξανδρος, η Μαρία, ο Tareq, εμείς κι εσείς. Ραντεβού απόψε στις 9 για ένα αποχαιρετιστήριο πάρτι της χρονιάς που έφυγε. Το επόμενο Ραντεβού θα δοθεί σε άλλη σελίδα.

Sunday, June 27, 2010

Έλα, έλα...


Η ιδέα μιας γυναίκας μέσα στη νυχτερινή αϋπνία της να κυνηγάει το φεγγάρι μου φάνηκε απείρως θελκτική. Το "παιδική παράσταση" δεν ήταν παρά ψιλά γράμματα. Άλλωστε το πως αποφασίζεις να προσλάβεις κάτι είναι αποκλειστικά δικό σου θέμα καθώς και η βασική αρχή της επικοινωνίας του καθενός με ένα έργο Τέχνης.

Αγαπώ το συμβολισμό των απλών εικόνων και γνωρίζω πως όταν κάποιος ασχολείται με την Τέχνη για παιδιά με σοβαρότητα κι ευθύνη (είτε μιλάμε για θέατρο, κινηματογράφο, μουσική, ή λογοτεχνία) παρέχει πάντα αρκετό υλικό, προβληματισμό για σκέψη και -κυρίως- συναισθηματικά ερεθίσματα και στο ενήλικο κοινό.

Το παιδικό θέατρο έχει την ιερή αποστολή να προετοιμάσει τα παιδιά για όσα θα συναντήσουν στο ταξίδι τους στον κόσμο, με συναρπαστικές ιστορίες, όμορφες ευπρόσληπτες εικόνες και απλά νοήματα. Τα παιδιά αποστρέφονται το διδακτισμό και αναπτύσσουν άμυνες στις παρατηρήσεις και τις διδαχές μιας μαμάς, ακόμα κι αν είναι ντυμένη σαν πολύχρωμος κλόουν. Αντιθέτως αγαπούν το σουρεαλισμό - κι ας μη μπορούν να το κατονομάσουν - και μπορούν να αποκρυπτογραφήσουν πολύ εύκολα μια κίνηση, αν αυτή τους ενεργοποιεί έστω και λίγο τη φαντασία.

Στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών η αγαπημένη Ξένια Καλογεροπούλου, (που συνειδητοποίησα με πόση αγάπη έχει εγγραφεί στο υποσυνείδητο της γενιάς μου) φόρεσε τις πορτοκαλί της πιτζάμες, χώθηκε στο παραμυθένιο της κρεβάτι και μεταμορφώθηκε σε έναν ανήσυχο κλόουν που μπαίνει σε φασαρίες όταν συνειδητοποιεί πως στο δωμάτιο του βρίσκεται ένας απρόσκλητος επισκέπτης.

Τα πιτσιρίκια που γέμισαν την Πόρτα φάνηκαν να το καταδιασκεδάζουν. Συμμετείχαν στη δράση, μιλούσαν στην "παράξενη Κυρία" της σκηνής και τη βοηθούσαν να εντοπίσει το φεγγάρι που άλλαζε θέσεις στο δωμάτιο. Γελούσαν, αγανακτούσαν, αγωνιούσαν και θύμωναν και επικοινωνούσαν απόλυτα με κάθε σκηνικό εύρημα της ηθοποιού (πόση εμπειρία χρόνων αλήθεια να χρειάζεται για να μπορείς να ελέγχεις τόσο απόλυτα και επιτυχημένα το ενδιαφέρον και την προσοχή 100 και βάλε νηπίων).

Το "'Ελα, έλα" όμως, πήγαινε τόσο πιο πέρα απ' αυτή την πρώτη παιδική ανάγνωση. Όσο παρακολουθούσα την Καλογεροπούλου να κάνει τα μαγικά της στη σκηνή σκεφτόμουν πως είχε καταφέρει να φτιάξει ένα μυστικό αλγόριθμό άμεσα εγγράψιμο στο παιδικό ασυνείδητο, που θα ενεργοποιούνταν πλήρως αρκετά χρόνια μετά, όταν αυτά τα αθώα σήμερα παιδάκια θα έρχονταν πραγματικά αντιμέτωπα με το τί σημαίνει να μη μπορείς να πιάσεις κάτι που κυνηγάς, ή να μην ξέρεις τί είναι αυτό που σου λείπει όταν πέφτεις το βράδυ για ύπνο.

Την είδαμε να αλλάζει θέσεις στο κρεβάτι για να βολευτεί, να ψάχνει ικανοποίηση σε υπερμεγέθεις σοκολάτες, να ανοίγει με ανυπομονησία άδεια εντυπωσιακά κουτιά, να γοητεύεται από κάτι μακρινό επίμονο και άπιαστο και να της γεννίεται η επιθυμία να το σαγηνεύσει, να το δαμάσει, να το αποκτήσει κι όταν δεν τα κατάφερε να το σκοτώνει. Την είδαμε να του κάνει κακό και μετά να το μετανιώνει. Να του επιβάλλεται και να νιώθει ενοχή κι αμηχανία την αμέσως επόμενη στιγμή. Να του ζωγραφίζει χαμόγελα κι όταν αρνούνταν να χαμογελάσει μαζί της να το διαγράφει με θυμό. Την είδαμε να το καταβροχθίζει (η ψυχανάλυση μιλά από μόνη της) και να μην αντέχει την ευθύνη να το κουβαλά μέσα της. Την είδαμε να το καλοπιάνει, να κάνει την αδιάφορη, να του υποτάσσεται και μόνο τότε να παραδίδεται σε ύπνο: σε έναν ήρεμο ύπνο με όνειρα και την ικανοποίηση της κατοχής του αγαπημένου. Ενώ την ίδια στιγμή ο αγαπημένος είχε ήδη ξεγλιστρήσει από το κρεβάτι και έλαμπε ολόφωτος έξω από το παράθυρο...

Δεν ξέρω τί απ΄όλα τα παραπάνω πρόσεξαν τα παιδάκια. Έχω την αίσθηση πως τα είδαν όλα - και πως η Καλογεροπούλου δεν έπαιξε κανένα από αυτά τα ανεύθυνα παιχνίδια εντυπώσεων που η κάθε ηλικία έχει τα κομμάτια που της αντιστοιχούν από μια παράσταση. Σαν έμπειρη και σπουδαία καλλιτέχνις, έστησε μια ιδιοφυή performance, ένα ολοκληρωμένο έργο τέχνης, που λειτουργούσε απόλυτα, ανάλογα με το κάτοπτρο του δέκτη, χωρίς αυτός να χρειαστεί να αφαιρέσει το οτιδήποτε για να έχει ολόκληρη την εικόνα.

Αυτό σκεφτόμουν κατηφορίζοντας το βράδυ την Πειραιώς, χαζεύοντας τη χτεσινή (τυχαία;) πανσέληνο του Ιουνίου. Τα πάντα είναι τελικά θέμα οπτικής και θέσης. Σκέφτηκα πόσα από τα παιδάκια θα παραμόνευαν στο κρεβάτι τους να πιάσουν το φεγγάρι. Και πόσα θα ξυπνούσαν το πρωί διαβεβαιώνοντας τη μαμά τους ότι τα είχαν καταφέρει. Και μετά ο νους μου πήγε και σε εκείνο το ένα παιδάκι το πιο σιωπηλό από όλα. Που ξέρει από τα πέντε του πως το φεγγάρι δε μπορεί να το αποκτήσει τελικά πραγματικά κανείς.

Saturday, June 26, 2010

οι φυσικοί άνθρωποι


Υπάρχει μια κατηγορία ανθρώπων που συναντώ σπάνια, γι' αυτό και τους θαυμάζω: αυτοί που ονομάζω οι "φυσικοί άνθρωποι".

Οι φυσικοί άνθρωποι όταν κάνει κρύο κρυώνουν κι όταν έχει ζέστη ζεσταίνονται. Όταν είναι κουρασμένοι κοιμούνται και κουράζονται μόνο ύστερα από έντονη σωματική (ή πνευματική) δραστηριότητα. Τρώνε όταν πεινάνε και πίνουν νερό όταν διψούν. Σταματούν να τρώνε όταν χορταίνουν και ξαναπίνουν νερό μόνο όταν διψάσουν ξανά. Δεν τους πειράζει που ιδρώνουν, κι είναι πλήρως συμφιλιωμένοι με κάθε βιολογική τους ανάγκη - ακόμα και με το φόβο, που εσύ καταχωνιάζεις με το που τον προαισθανθείς.

Οι φυσικοί άνθρωποι όταν τους μιλάει κάποιος σοβαρά, καταφέρνουν να παραμένουν σοβαροί και να προσέχουν το συνομιλητή της - λες και τους ενδιαφέρουν όλα τα θέματα συζήτησης του κόσμου. Κι όταν τους λες αστεία - ακόμα και χαζά - ξεκαρδίζονται στα γέλια σαν να διασκεδάζουν περισσότερο με την πρόθεση, παρά με το ίδιο το αστείο.

Ξέρουν πολύ καλά να σιωπούν για θέματα που δεν κατέχουν και να μιλάνε μέχρι το σημείο που γνωρίζουν, σε όσα υπάγονται στο γνωστικό τους πεδίο. Δε ντρέπονται να κάνουν ερωτήσεις, ούτε να πουν "δεν ξέρω" όταν κάτι τους διαφεύγει. Και εννοείται πως δεν κατεβάζουν ποτέ τα μάτια όταν ομολογούν την άγνοιά τους.

Οι φυσικοί άνθρωποι ήρθαν στη ζωή ανοιχτοί να τη μάθουν. Μοιάζουν λες και γεννήθηκαν γνωρίζοντας ότι το ανθρώπινο είδος έχει όρια και πέρασαν χρόνια πολλά να τα εντοπίσουν. Είναι σε άμεση συνάρτηση με τη φύση και είναι αναπόσπαστο κομμάτι της. Κοιτάζοντας τους καμιά φορά έχεις την αίσθηση πως πρόκειται για μια διακριτική συνέχεια της φυσικής νομοτέλειας. Σαν ένα μικρό λουλούδι ή ένα αιωνόβιο δέντρο. Και κάπου βαθιά μέσα σου, έχεις την πεποίθηση πως είναι αναπόφευκτο, μετά από 100 χρόνια, να πεθάνουν σοφοί και γήινοι την ίδια στιγμή.

Ο, τι διατυπώνουν οι φυσικοί άνθρωποι είναι αυτό και τίποτα άλλο. Η σαφήνεια είναι χαρακτηριστικό τους και τα πάντα - ακόμα και τα πιο βαθιά συναισθήματα, αυτά που εσένα σε αποσυντονίζουν - γι' αυτούς απαιτούν απλά μια πιο προσεκτική διατύπωση. Δεν αφήνονται σε τίποτα αν δεν το νιώσουν και δε νιώθουν τίποτα αν δεν σκιρτήσει μέσα τους φυσικά και αβίαστα.

Οι φυσικοί άνθρωποι ξέρουν να αγαπούν. Και να το λένε. Και να είναι - ό, τι είναι. Τίποτα πάνω τους και μέσα τους δεν είναι περιττό κι όσα καταγράφονται δικά τους είναι δεδομένα κι αυτονόητα σαν τα φτερά ενός πουλιού ή την ουρά μιας γάτας.

Αν μέχρι τώρα δεν είχες την τύχη να συναντήσεις κάποιο φυσικό άνθρωπο, αν ποτέ βρεθεί στο δρόμο σου, δέξου τον στη ζωή σου με ευγνωμοσύνη σαν μια ξαφνική καλοκαιρινή βροχή σε ένα άνυδρο τοπίο.

Κι ίσως, εσύ, που μια ζωή μάζευες στοιχεία και στατιστικές και κατασκεύαζες ιδανικές συνθήκες ευτυχίας, πάρεις μια μικρή ιδέα του τί σημαίνει να ανθίζεις. Απλά και φυσικά. Σαν να γεννήθηκες από πάντα γι' αυτό.


Sunday, June 20, 2010

Raoul


Τα έχουμε ξαναπεί. Είμαι στη φάση που συγκινησιακά έχω τον γενικό κατεβασμένο. Όλα τα δυνατά συναισθήματα μου φαίνονται ήδη βιωμένα και αποφορτισμένα. Κάθε φορά που η καρδιά πάει να ενεργοποιηθεί παρεμβαίνει η σκέψη και της λέει κάτι του τύπου: "μην κουράζεσαι και πολύ, τούτο εδώ προσπαθεί να σε συγκινήσει όπως εκείνο το άλλο πριν τόσο καιρό" και αναπτύσσονται άμυνες και αφήνω το κάθε τί να περνάει από μέσα μου χωρίς να με αγγίζει.

Περνούν από τα μάτια μου δελτία τύπου, αφιερώματα, συνεντεύξεις, προτάσεις φίλων για τα φεστιβάλ και τις εκδηλώσεις του καλοκαιριού κι απλά αδιαφορώ. Κάποια χρόνια πριν θα είχα στηθεί στις ουρές για να δω την Isebelle Huppert ως Blanche Dubois και Ibsen από τον Ostermeier. Φέτος βαριέμαι ακόμα και να το συζητήσω. Ίσως γιατί ξέρω εκ των προτέρων πως θα κάθομαι στη θέση μου και θα αδυνατώ να επικοινωνήσω με το λόγο και τις εικόνες. Και θα αρκεί το πρώτο ποτό μετά για να γλιστρήσει η παραμικρή ανάμνηση από το κεφάλι μου και να είναι όλα όπως πριν, έχοντας χάσει μια ακόμα πιθανότητα συγκίνησης.

Και από το πουθενά σκάει ο Raoul του James Thiérrée, που από παρόρμηση καταφέρνω να βρω εισιτήρια κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή και μοιάζει να ανατρέπει τα πάντα: Ένας άνδρας μόνος του στη σκηνή για δύο ώρες, σα Μπεκετικός κλόουν σε μια έρημη χώρα να αντιμετωπίζει τους δαίμονες του εαυτού του, σε ένα μεικτό θέαμα (που κάπου άκουσα να το αποκαλούν "ρομαντικό τσίρκο" και μου άρεσε πολύ).

Καθώς κοίταζα χαμένος τον υπερτάλαντο εγγονό του Charlie Chaplin να επιδεικνύει τις σκηνικές του δυνατότητες, σκεφτόμουν ακόμη μια φορά πόσο σπουδαία είναι η Τέχνη τελικά, που μπορεί σε μια ανύποπτη στιγμή να σε τραβήξει εντελώς απροειδοποίητα από τη μιζέρια σου και να σε περάσει σε κάτι άλλο, που ελάχιστη σχέση έχει με την πραγματική σου ζωή (ή αυτό τέλος πάντων που θεωρείς πραγματική ζωή). Κι ευχόμουν να ήμουν πάλι 18 για να έχω την πεποίθηση ότι η ολοκληρωτική ομορφιά που παρακολουθούσα να δημιουργείται μπρος στα μάτια μου θα μπορούσε να μου αλλάξει τη ζωή.

Το επόμενο πρωί ξύπνησα όπως κάθε πρωί τον τελευταίο καιρό, με μια extra μικρή υποψία αισιοδοξίας ή - για να είμαι πιο ακριβής - προοπτικής. Σκέφτηκα πως αν η Τέχνη κι η μεταφυσική της δε μας αποκαλύπτονται στην ολότητά τους ή με τη συχνότητα του παρελθόντος, είναι μάλλον επειδή μεγαλώνουμε κι έχουμε αρχίσει ανάμεσα σε όλα τ' άλλα που παίρνουμε ως δεδομένα να περιλαμβάνουμε και τη συγκίνηση. Και χώρια απ' αυτό με τον καιρό κλείνουμε και τους παιδικούς διαύλους επικοινωνίας με την ομορφιά. Μάθαμε δυο δρόμους, τους συνηθίσαμε και αφήσαμε όλους τους άλλους να χορταριάζουν από την αχρηστία.

Αποφάσισα λοιπόν να ανοίξω και πάλι τους πόρους και να γίνω δέκτης: αν όχι της συγκίνησης, που έχει χάσει τη δυναμική της, έστω της προοπτικής της. Να πηγαίνω εκεί που λειτουργούν οι πιθανότητες και να περιμένω υπομονετικά την ενεργοποίηση των κοιμισμένων νεύρων. Αν είναι κάτι άλλωστε που μας έχει μάθει ο χρόνος που περνά καθώς μεγαλώνουμε είναι η υπομονή.

Αφού κλείσαμε τους πολλούς δρόμους, ας σταθούμε στους 2-3 που απέμειναν, περιμένοντας...


Thursday, June 10, 2010

Όρια


Μια πολυτέλεια μη στερήσεις ποτέ από τον εαυτό σου: τα όρια του. Είτε φτάνουν μέχρι την πόρτα του σπιτιού σου, είτε μέχρι το φεγγάρι και τα μεγαλύτερα βάθη της θάλασσας, μην παρασυρθείς κι αφήσεις άλλους να σε χαρτογραφήσουν. Αν δε βάλεις εσύ τα όρια σου, δε θα σε ταξιδέψει κανείς σωστά, όσο κι αν το επιθυμήσεις. Βάλε στο μυαλό σου καλά ότι "γίνομαι τα πάντα" δε σημαίνει "δεν τελειώνω πουθενά": "Γίνομαι τα πάντα" σημαίνει "εδώ που τελειώνω, για κάποιον γίνομαι πατρίδα". Γιόρτασε τα όρια σου. Θα διώξουν αρκετούς τυχοδιώκτες και θαλασσοπόρους του άπειρου από κοντά σου‧ αυτούς όμως δεν τους έχεις ανάγκη. Δε θα σε κατοικούσαν έτσι κ αλλιώς για πολύ. Εσύ ζητούσες πάντα τους ταξιδευτές που έψαχναν πατρίδες. Ο Οδυσσέας είναι το παράδειγμά σου κι όχι ο Μαγγελάνος. Αυτός που γύρισε μύθο και αλήθεια για τα στενά όρια μιας αγαπημένης πατρίδας κι όχι εκείνος που γύρισε τον κόσμο για να οριοθετήσει το άγνωστο. Κι αν στο μέτρημα των ορίων σου δε βγεις νέα Ήπειρος, ούτε καν μια χώρα, αλλά ένα μικρό νησάκι χαμένο σ' έναν αχανή ωκεανό, ζήσε τη χαρά της μοναδικότητας σου, εστίασε στις ανάγλυφες διαφορές σου από κάθε Ήπειρο, χώρα ή άλλο νησί. Κι αν δεν είσαι η γη της επαγγελίας για όλους, μη δώσεις σημασία. Λίγοι θα σε ταξιδέψουν, λίγοι θα σε κατοικήσουν, ένας θα σου δώσει το οριστικό σου όνομα. Αυτό που θα υπαγορεύσει το σχήμα που θα σου χαρίσουν τα όρια σου. Τα μοναδικά. Ο εαυτός σου.


Tuesday, June 08, 2010

iphone4



Ο Sam Mendes συνδέει τη νέα τεχνολογία του iPhone 4 της Apple με τη νοσταλγία και μεταμορφώνει ένα τηλέφωνο από απλό φετίχ σε κλασικό κομμάτι (πριν ακόμα κυκλοφορήσει επίσημα). Μη γελιόμαστε: το θέλεις και το θέλω. Κι ας μην το χρειαζόμαστε πραγματικά.


Friday, June 04, 2010

Σκέψεις.

Να σου πω γιατί δε γράφω πια; Γιατί το μυαλό μου αρνείται πεισματικά να παραδοθεί στο βάθος ενός συλλογισμού. Για πολλοστή φορά κατεβάζει ρολά σε κάθε συμβολισμό και σημειολογία. Αγνοεί την πορεία προς ένα συμπέρασμα και αρκείται στο ίδιο το συμπέρασμα. Στο όποιο συμπέρασμα. Στο ότι η γη είναι επίπεδη και το νερό βράζει στους 12 βαθμούς. Αν μου το πεις δε θα το ψάξω περισσότερο: θα σου πω "οκ" με την ελπίδα να με αφήσεις άμεσα στην απόλυτη ησυχία μου.

Η μεγαλύτερη συγκίνηση (ή ορθότερα προοπτική συγκίνησης) αντιμετωπίζεται στην καλύτερη περίπτωση με ένα "χμ...". Και περνάει νερό. Φεύγει και δεν καταβάλω καμιά προσπάθεια να την κρατήσω, έστω για μια βόλτα με λουρί γύρω από το τετράγωνο. Εγώ που εντόπιζα τη συγκίνηση στον τρόπο που κινείται το πλάνο μιας κάμερας ή στη γραμμή ενός ανεπαίσθητου βιολιού σε ένα μουσικό κομμάτι αφήνω κινηματογραφικά καρέ και τραγούδια να παίζουν αδιάφορα το ένα μετά το άλλο στο background.

Ακόμα κι αυτή τη στιγμή που προσπαθώ να τα βάλω σε σειρά καταπιέζομαι τρομερά. Σαν να έχω πάρει διαζύγιο από τις λέξεις και τα νοήματα τους. Σαν να αδυνατώ να συνθέσω μια αλυσίδα μεγαλύτερη των 5 κρίκων και δυο συλλογισμών. Κι αυτό μάλλον συμβαίνει γιατί στα μέχρι τώρα χρόνια μου είπα πολλά. Κι έγραψα περισσότερα. Κι ήταν όλα τους σχεδόν σιωπές, που επειδή δηλώθηκαν κάποιοι τις παρεξήγησαν ως απόψεις. Και μαζί τους τις παρεξήγησα κι εγώ, κι είπα: αυτά είναι τα πιστεύω μου, τα λίγα. Και δεν κουράστηκα να ψάξω άλλα. Και τώρα που ξεθύμαναν, έμεινα να πλησιάζω τα 30 χωρίς κάτι στέρεο να επικαλούμαι όταν ξεφεύγει η σκέψη.

Κι έμεινα να ονειροβατώ σε άγνωστες παράλληλες πραγματικότητες που ενώ ήταν τόσο καιρό καταφύγια, τώρα έγιναν άγονοι τόποι κι αφιλόξενοι. Και νιώθω πως δεν είμαι πια το παιδί του σινεμά και του θεάτρου και της Τέχνης γενικά. Γιατί δεν είμαι καν παιδί και γιατί αρνήθηκα πεισματικά να ενηλικιωθώ μέσα σ' αυτό. Και νιώθω να πλησιάζει μια μακρινή ανάγκη να διώξω τα πάντα από μέσα μου, όλα τα απομεινάρια της μέχρι τώρα ζωής μου που απέτυχαν να με εξηγήσουν και να με εφεύρω από την αρχή.

Κι αυτόν το νέο άνθρωπο, που δεν ξέρω πως θα μοιάζει ή τι θα πιστεύει, θα τον βγάλω στο δρόμο και θα του δείξω τον κόσμο απ' την αρχή. Τον πραγματικό κόσμο. Αυτόν που αρνείται να δει και κατά πάσα πιθανότητα θα τον τρομάξει. Κι η πιο βαθιά ελπίδα μου, είναι να γυρίσει τρομαγμένος στα παλιά του καταφύγια και να ναι πάλι όλα γνώριμα και οικεία. Κι αυτός σαν να τα συναντά πρώτη φορά, θα τα καταλάβει. Και θα ανήκει εκεί για πάντα.


Friday, May 21, 2010

Το Μουσείο


Έχω ένα μουσείο. Ψέματα. Έχω πολλά. Για το κάθε τι κι από ένα. Έχω ένα μουσείο για το πιο παλιό παρελθόν μου το γονιδιακό. Έχω ένα άλλο για το πρόσφατο. Έχω ένα τρίτο για τη συλλογική μνήμη. Κι άλλο για τα συνταγματικά μου δικαιώματα και την πορεία μου προς αυτά (πως έφτασα να είμαι ελεύθερος και τα ρέστα). Σε ένα άλλο μουσείο έχω ζωγραφιές τούτου του τόπου και σε ένα άλλο αγάλματα. Απομεινάρια ενός παρελθόντος. Που είναι και μέλλον. Μάλλον. Απομεινάρια όμως σ’ αυτή τη γη την ευλογημένη δεν έχει μόνο μέσα σε μουσεία, αλλά παντού. Περπατάω ανάμεσα σε αρχαίους ναούς και αγορές. Χτίζω σπίτια σε αρχαία νεκροταφεία. Βρίσκω στις θάλασσες κομμάτια από αμφορείς και σκεύη. Βλέπω θέατρο σε αρχαίες ορχήστρες. Είμαι το θραύσμα ενός αγγείου. Το κομμένο χέρι ενός αγάλματος. Βγαίνω στον κόσμο κι ανταλλάζω το παρελθόν μου. Παίρνω λίγο από εδώ, λίγο από εκεί. Αναζητώ τον εαυτό μου στην Τέχνη και τη γλώσσα άλλων λαών. Δεν έχω πατρίδα. Ούτε όνομα συγκεκριμένο. Στην πραγματικότητα είμαι κι εγώ ένα απομεινάρι. Ενός πολιτισμού. Και στην πορεία μου στον κόσμο εκθέτω εαυτόν σε μια σειρά από μουσεία.


Tuesday, May 18, 2010

Μεταβάσεις


Σου 'χω μιλήσει για τη σχέση μου με τις μεταβάσεις, έτσι; Αν με διαβάζεις τακτικά, αυτή τη στιγμή γνέφεις καταφατικά με συγκατάβαση. Και σε ευχαριστώ γι' αυτό. Μου δίνει δύναμη να συνεχίσω.

Με τις μεταβάσεις λοιπόν έχω ζήτημα: ακόμα και τον παράδεισο να μου τάξεις ενώ είμαι κλεισμένος σε ένα υπόγειο, καθώς θα πακετάρω θα έχω δεύτερες σκέψεις. Θα κοιτάζω τριγύρω το άδειο δωμάτιο και θα λέω: "μα αν φύγω από δω θα είμαι εγώ; ή θα γίνω κάτι άλλο;"

Το δράμα με μένα είναι ότι νομίζω πως άλλους μας κάνει ακόμα κι ένα αριστερό βήμα που διαδέχεται ένα δεξί. Η ένα ποτήρι κόκκινο κρασί αντί για το λευκό που έχουμε συνηθίσει. Τυχαία τα παραδείγματα, αλλά το πιάνεις το θέμα. Είμαστε φτιαγμένοι για να είμαστε συνεχώς άλλοι. Θα μου πεις : "τί τις φοβάσαι τις αλλαγές; καλό πράμα είναι ν' αλλάζουμε: εξέλιξη, πρόοδος, ποικιλία" κι ένα σωρό άλλα τέτοια, απολύτως λογικά - κι εγώ θα στα 'λεγα στη θέση σου- επιχειρήματα αγνών προθέσεων.

Δυστυχώς όμως, με μένα δε λειτουργεί ακριβώς έτσι. "Είμαι πιο πιστός απ' όσο σχεδιάζω" (δεν το έγραψα τυχαία προφανώς αυτό το τραγουδάκι της Τάνιας). Είναι μάλλον που έχω αυτό το θέμα με τη σταθερότητα. Μπορεί να γκρινιάζω, να διαμαρτύρομαι, να βαριέμαι εύκολα, αν με βγάλεις όμως από τις σταθερές μου αποσυντονίζομαι. Νιώθω σαν ψάρι έξω απ' το νερό, αμήχανος και μουδιασμένος.

Κι όλο αυτό γιατί μου φαίνεται αδιανόητο να αλλάξω το παραμικρό πριν καταφέρω να εξηγήσω επαρκώς το φλέγον, όσο και διαχρονικό, ερώτημα του κυρίου Edward Kleban: "who am I anyway..?" πριν την όποια μετάβαση. Και κάθε φορά εκεί που είμαι στο παρά πέντε να βγάλω ένα πόρισμα για μένα, εκεί πρέπει να αρχίσω να δουλεύω με νέα δεδομένα και φτου κι απ' την αρχή - σαν τον δόλιο το Σίσυφο, που έσερνε το βράχο της ύπαρξης μέχρι την κορφή και λίγο πριν τα καταφέρει κυλούσε πάλι πίσω.

Τουλάχιστον στην πτώση αυτού του επεισοδίου κατέληξα στο αναπαυτικό στρώμα ενός ολοκαίνουργιου υπέρδιπλου designάτου κρεβατιού. Δεν το λες κι άσχημα. Κι όμως ο ύπνος δεν ήταν τόσο ειδυλλιακός όσο θα περίμενε κάποιος: γιατί σήμερα το πρωί, ξύπνησα έχοντας την αίσθηση πως έχω ξεπουλήσει ένα προς ένα τα καταγεγραμμένα όνειρα μιας ολόκληρης ζωής.


Tuesday, May 11, 2010

Evita


Ναι, εσύ... με τα υψωμένα χέρια στο μπαλκόνι της Casa Rosada.
Εκεί στην αρχή της Δεύτερης Πράξης.
Κοίτα που θα ανταμώσουμε ξανά τόσα χρόνια μετά.
Και θα με δεις να θυμάμαι τον παραμικρό στίχο
και την πιο ανεπαίσθητη νότα.

Και θα μαι πάλι εκείνο το παιδάκι το κλειστό,
που μάθαινε επιμελώς το μιούζικαλ,
και αποκαλούσε τους ανθρώπους του
με τα μικρά τους ονόματα
και αποστήθιζε,
και μετέφραζε
και έφτιαχνε στο κεφάλι του
φανταστικά ανεβάσματα.

Και το Don't cry for me Argentina
γι' απόψε μόνο - και για μένα,
τόσα χρόνια μετά,
θα επιστρέψει σ' εκείνη την πρώτη του εκδοχή:

It's only your lover returning...


Friday, May 07, 2010

το κακτάκι


Η φροντίδα μου δεν αξιώθηκε ποτέ κανένα ζωντανό πλάσμα. Καμιά ευθύνη δε μου ανατέθηκε ποτέ και τίποτα απροστάτευτο δε βρήκε καταφύγιο στην προσοχή μου. Το ‘χω μεγάλο παράπονο, που όταν ανατρέχω στα παιδικά μου χρόνια δεν ανακαλώ την μιμητική γονεϊκή ιδιότητα των παιδιών. Ούτε θυμάμαι να έχω υπάρξει ιδιαίτερα χρήσιμος και αναγκαίος σε κάποιο ζώο ή φυτό ή άνθρωπο.

Θυμάμαι μόνο ένα-δυο μεμονωμένα χρυσόψαρα, αραιά και που, που ξέχναγα να ταίσω ή που τάιζα υπερβολικά συχνά και πολύ γιατί με ενθουσίαζε η εμμονή τους να τρώνε ό, τι και όσο τους δίνεις. Τα χρυσόψαρα όμως δεν είναι ευθύνη. Απλά υπάρχουν σε έναν αυστηρά δικό τους χώρο που τυχαίνει να πιάνει ένα μικρό μέρος του δικού σου χώρου. Δε σου ανταποδίδουν αγάπη, ούτε δίνουν ιδιαίτερη σημασία αν είσαι χαρούμενος η λυπημένος. Δε γνωρίζουν καν το πρόσωπό σου – πώς θα μπορούσαν άλλωστε, έτσι παραμορφωμένος που φαίνεσαι μέσα από το νερό- αλλά ακόμα κι αν το γνώριζαν θα το ξεχνούσαν την επόμενη στιγμή μιας κι η μνήμη δεν είναι το δυνατό τους σημείο. Ακόμα κι οτι τα ταίζεις δεν στο αναγνωρίζουν‧ θεωρούν ότι η τροφή τους πέφτει ως μάννα εξ’ ουρανού κι αν τα αφήσεις νηστικά δε θα σου χρεώσουν το θάνατό τους. Κατά πάσα πιθανότητα θα σκεφτούν πως ο θεός αποφάσισε να κόψει τις παρτίδες μαζί τους. Έτσι απλά.

Θυμάμαι κι ένα μικρό άσχημο πουλί – νομίζω καρδερίνα – που άφησα ανοιχτή την πόρτα του κλουβιού του μια μέρα που πάσχιζα να το ταίσω, γιατί μου φαινόταν υπερβολικά θλιμμένο στη φυλακή του. Θυμάμαι να πετάει τρομαγμένο άτσαλα έξω απ’ το κλουβί μαζί με το βάρος της δικής μου ευθύνης. Όταν το έμαθε ο πατέρας μου θύμωσε και μου είπε ότι αυτό το πουλί δε θα πάει μακριά γιατί δεν έχει μάθει να επιβιώνει μόνο του κι είτε θα πεθάνει αποκαμωμένο σε κάποια γωνιά του δρόμου, είτε θα το κατασπαράξουν γάτες από τις οποίες δεν έχει ιδέα πως να προστατευτεί. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως ευθύνη είναι βάρος που κουβαλάς ακόμα κι όταν δεν έχεις την ευθύνη, κι ενοχές για τη μοίρα ενός πλάσματος ακόμα κι όταν κόψεις τους δεσμούς μαζί του. Δεν πρέπει να ήμουν πάνω από εφτά χρονών.

Σκύλο δεν είχα ποτέ. Αυτό το πλάσμα που μπορεί να σου μάθει τι σημαίνει φροντίδα, ανταπόδοση, πίστη, αφοσίωση δεν πέρασε ποτέ το κατώφλι των ευθυνών μου. Γι’ αυτό και μέχρι σήμερα, δεν έχω μάθει να επικοινωνώ με αυτό το είδος. Με αγχώνουν οι ρυθμοί του και η κίνηση του στο χώρο. Η δίχως αντάλλαγμα τρυφερότητά του μου φέρνει μέχρι και σήμερα αμηχανία κι έχει διαμορφώσει σε ένα μεγάλο βαθμό την πίστη μου στους ανθρώπους. Γάτες ναι, ένα σωρό. Κλεμμένες, δανεικές, αδέσποτες, απροστάτευτες, έβρισκαν πάντα αθόρυβες και νωχελικές το δρόμο τους στη ζωή μου κι είχαν όλες το ίδιο πρόσωπο και την ίδια αίσθηση στο χάδι. Το δέσιμο μαζί τους είναι μεταφυσικό και με έναν ιδιαίτερο τρόπο σε τακτά χρονικά διαστήματα στοιχειώνουν μέχρι και σήμερα τα όνειρα μου. Οι γάτες όμως δεν είναι ευθύνη. Είναι το ακριβώς αντίθετο της ευθύνης. Είναι ελεύθερες κι ανεξάρτητες. Δεν έχουν να κερδίσουν από σένα τίποτα που δε θα μπορούσαν να κερδίσουν από οποιονδήποτε άλλο. Κι αν μένουν μαζί σου είναι γιατί κάτι στην ενέργεια σου τις κρατάει κοντά σου. Έχω βαθιά πίστη ότι οι γάτες είναι μεταφυσικά διαισθητικές. Ίσως πάλι και όχι. Ευθύνη όμως δεν είναι σε καμιά περίπτωση. Και δεν αποκλείεται αυτός να είναι ο κύριος λόγος που τις αγαπώ με έναν τρόπο μυστήριο κι ανεξήγητο από παιδί.

Με τα φυτά δεν είχα ποτέ πάρεδωσε, ούτε όμως κι επιθυμία να αποκτήσω. Δε με έχουν πείσει ότι είναι πραγματικά ζωντανά, ακόμα κι αν το ισχυρίζονται με ιδιαίτερη θέρμη πολλοί, κι ομολογώ πως δε συμμερίζομαι ιδιαίτερα την ομορφιά τους. Πρόσφατα όμως απέκτησα ένα κακτάκι. Ένα μικρό ατσούμπαλο αγκαθωτό κακτάκι σε ένα πλαστικό γλαστράκι. Το κακτάκι αυτό, όταν μου δωρίστηκε, το συνόδευε η φράση: «πρόσεξέ το, είναι ευθύνη». Η λέξη χτύπησε καμπανάκι και μάλλον φάνηκε στο πρόσωπό μου γιατί ήρθε αμέσως το συμπλήρωμα: «...όχι μεγάλη! Θέλει σπάνια λίγο πότισμα. Οι κάκτοι έχουν μάθει να επιβιώνουν». Τύλιξα το κακτάκι σε μια χαρτοσακούλα και το έβαλα στην τσάντα μου. Όταν επέστρεψα σπίτι το θυμήθηκα.

Το βρήκα ταλαιπωρημένο και λίγο στραπατσαρισμένο. Το χώμα του είχε σκορπίσει στη σακούλα. Εκείνη τη στιγμή το ένιωσα ζωντανό. Και θλιμμένο. Και ευθύνη. Το έβγαλα προσεκτικά, φύσηξα το χώμα που είχε σκεπάσει τα μικρά του αγκάθια, έστρωσα με ένα κουτάλι το υπόλοιπο που είχε φύγει από το γλαστράκι και το ακούμπησα πάνω σε ένα ράφι. Το κακτάκι που ξέρει να επιβιώνει τα είχε καταφέρει ακόμη μια φορά. Κι εκείνη τη στιγμή μου πέρασε απ’ το νού πως η μεγαλύτερη χαρά που μπορεί να σου δώσει μια ευθύνη, είναι να μην σου καταλογιστεί ποτέ ως τέτοια. Να περιορίζεται στο χώρο που δίνεις σε κάποιον ή κάτι για να επιβιώσει. Κι ας μη σου αναγνωριστεί ποτέ η βοήθεια. Ας είναι η μοναδική ανταμοιβή η αμοιβαία ελευθερία μιας συνύπαρξης απαλλαγμένης από ευθύνες...


Tuesday, May 04, 2010

the boy



Κι όσο τα συγκινητικά έρχονται από εκεί που δεν τα περιμένεις, υπάρχει ακόμα η χαρά μιας Άνοιξης...


Sunday, May 02, 2010

backstage


Σβήνουν τα φώτα. Οι φωνές του κόσμου σταδιακά γίνονται ψίθυροι. Περιμένεις στην κουίντα. Εγώ μαζί σου λίγο πιο πίσω. Στην οθόνη ξεκινά να παίζει το αρχικό βίντεο - ακούγεται το πιάνο του Legrand κι ο άνεμος της Simone. Έχεις τραβήξει λίγο το ύφασμα να τσεκάρεις τον κόσμο, να εξοικειωθείς οπτικά με τη σκηνή (κι ας την έχεις οργώσει αμέτρητες φορές). Παίζεις νευρικά με το μικρόφωνο που κρατάς στο χέρι σου. Το πιάνο σου δίνει τόνο. Με κοιτάς και μου χαμογελάς. Μου κλείνεις το μάτι. Κατεβάζεις το κεφάλι, κλείνεις τα μάτια, παίρνεις βαθιά ανάσα κι αρχίζεις να τραγουδάς - κρυμμένη ακόμα, στην ασφάλεια της κουίντας. Η φωνή σου μεταδίδεται στην κεντρική αίθουσα από τα μεγάφωνα. Η εικόνα σου είναι ακόμα εκεί μαζί μου. Η φωνή ανήκει στη σκηνή, η φιγούρα σε ένα αγχωμένο κοριτσάκι στα παρασκήνια. Στο ρεφρέν δίνεις μια και χάνεσαι στο φως. Χειροκρότημα. Την είσοδο σου την έχουμε προβάρει - κι είσαι σίγουρη. Παρακολουθώ λίγο απ' το πλάι. Ο μηχανισμός πυροδοτήθηκε. Η παράσταση ξεκίνησε. Ανοίγω την πόρτα των παρασκηνίων και βυθίζομαι αθόρυβα στο σκοτάδι της αίθουσας. Σε κοιτάζω από την άκρη της σκηνής να καίγεσαι στο φως των προβολέων και των βλεμμάτων. Όταν σου είχα χαρίσει το Σχοινοβάτη του Genet, σου είχα πει "δε νοείται άνθρωπος να πατάει τη σκηνή χωρίς να τον μελετήσει". Από τότε λες ότι είναι το αγαπημένο σου βιβλίο. Όσο το δηλώνεις είσαι ασφαλής. Αλλάζω θέση στο χώρο να τσεκάρω την ορθότητα της εικόνας: τις κινήσεις, τις μεταβάσεις. Φτάνω στο σημείο που 5 χρόνια πριν είχαμε αναρωτηθεί αν θα κάναμε ποτέ μια τέτοια παράσταση σε μια τέτοια σκηνή. Κι είχαμε κι οι δυο το λαμπερό βλέμμα ενός μακρινού ονείρου. Παράξενη ζωή. Τα παιδιά που κάθονται στη θέση μας έχουν ακριβώς το ίδιο βλέμμα. Θέλω να τους πω πως 5 χρόνια δεν είναι πολύ για ένα όνειρο. Μοιάζουν να το ξέρουν. Όπως κι εμείς -φαντάζομαι- τότε. Είναι όμορφοι οι άνθρωποι όταν ονειρεύονται. Σηκώνω το βλέμμα όπως η σκηνή σηκώνει τη μορφή σου και την κάνει σήμα φλογερό για το κοινό. Εσύ στη σκηνή, εγώ στο σκοτάδι. Ένα αγόρι να περιμένει πάντα στην πλατεία, ένα κορίτσι να περιμένει πάντα στα παρασκήνια. Χειροκρότημα. Πότε φτάσαμε εδώ;


Saturday, May 01, 2010

hey babe...


Ήταν ένα μεγάλο ανούσιο τραπέζι, από αυτά που συντίθενται από πρόσωπα αβάσιμης οικειότητας. Φίλους που τους μάζεψαν οι περιστάσεις, η τυχαιότητα, οι χαμηλές αντιστάσεις, οι δεδομένες συνθήκες – σίγουρα πάντως όχι η συνειδητή επιλογή. Τα ποτά διαδέχονταν το ένα το άλλο, εξίσου ανούσια κι άσκοπα με την ίδια τη συνεστίαση. Ήταν ένα ανοιξιάτικο Σάββατο βράδυ. Ψυχαναγκαστικής –ίσως και λίγο εκβιασμένης- διασκέδασης. Ένα «μη μείνεις μέσα μωρέ – θα μιζεριάσεις χειρότερα». Ένα σπρώξιμο φίλων απ’ το κενό στο άλλο κενό το μεγαλύτερο: το αβάσιμο.

Από τα ηχεία του μαγαζιού ακούγονταν αδιάφορα τραγούδια του συρμού, επιλεγμένα δίχως προσοχή και φροντίδα (τη φροντίδα του dj στα μαγαζιά τη νιώθεις πάντα, ακόμα κι αν δεν το καταλαβαίνεις εκείνη τη στιγμή). Οι κουβέντες περιστρέφονταν γύρω απο φιλοσοφικά ζητήματα, λάθη που έγιναν, αποφάσεις που δεν πάρθηκαν, υπερβολικές προσδοκίες, ματαιότητα, ματαιότητα, ματαιότητα...

Σταδιακά τα πρόσωπα έγιναν κάτι παραπάνω από ανοίκεια: ξένα. Τα χαμόγελα έγιναν απειλή και το τραπέζι παγίδα. Μια εχθρική επικράτεια από την οποία έπρεπε πάση θυσία να ξεφύγω. Ο χρόνος είχε σταματήσει μαζί με την ψύχραιμη σκέψη. Οι τάσεις φύγεις είναι μια παρόρμηση που δε μπορείς να την παλέψεις – όσο κι αν θες (που συνήθως δε θες). Το να μην ανήκεις κάπου είναι ένα ένστικτο τόσο απόλυτο και δυνατό που όταν πυροδοτηθεί δεν έχει επιστροφή.

Καθώς έψαχνα τις τσέπες μου για ψιλά ένιωσα μαζί με τα κέρματα να αφήνω στο τραπέζι και μια χούφτα μεταλλικούς κρίκους από τις αλυσίδες που με έσφιγγαν. Η νυχτερινή μυρωδιά μιας ανοιξιάτικης γαζίας έδωσε την οριστική ώθηση. Έσπρωξα την καρέκλα, είπα μια βιαστική καληνύχτα κι άφησα πίσω μου τα οκτώ πρόσωπα της απόλυτης απορίας να συνεχίσουν την ανοιξιάτικη συνωμοσία τους. Εγώ δεν ήμουν μέρος της. Όχι αυτή τη νύχτα τουλάχιστον.

Η νυχτερινή ησυχία όσο απομακρυνόμουν από το μαγαζί επανέφερε τους παλμούς μου στο ρυθμό τους. Ησυχία. Ο πεζόδρομος της Ερμού ήταν άδειος με μόνη εξαίρεση την επίμονη μυρωδιά της γαζίας. Μέχρι τις αρχές της Πειραιώς η απόλυτη σιωπή. Έξω απ’ το γκάζι ο πανικός των αυτοκινήτων. Δεν ήταν αυτός ο ήχος της στιγμής. Ένα κλικ στο discman: Nina and Strings: η Simone την άνοιξη είναι μεγάλη ευθύνη, Δεν παίζεις μαζί της τις δύσκολες στιγμές. Άλλο κλικ: o Keith Jarrett στο κονσέρτο της Κολονίας: κάτι πιο άγριο, αυτή η πρώτη κίνηση παραφέρνει πολλές μνήμες που δεν είναι της παρούσης.

Το ένα κλικ μετά το άλλο. Η Αθήνα είναι ήχοι, τραγούδια, μουσικές ακροάσεις και ηχητικά τοπία. Θα ήθελα να έχω κάτι πιο επιθετικό στα mp3 μου. Κάτι να βάζει φωτιά στα πάντα. Να συντονίζεται με το βήμα μου καθώς δαμάζει την Πειραιώς και κατευθύνεται στην Πέτρου Ράλλη αποφασισμένο να τη διασχίσει μεταμεσονύχτια μέχρι να φτάσει κάπου, σε ένα συμπέρασμα... σε μια απάντηση... έστω σε ένα «δεν πειράζει, δεν τρέχει και τίποτα, χαλάρωσε...»

Βγαίνω Πέτρου Ράλλη στο ύψος του Ρουφ - Lou Reed: “hey babe, take a walk on the wild side”… μια ζωή ειρωνικό από το αγαπημένο transformer. Οι κιθάρες του Reed είναι ακριβώς ο τι χρειάζεται να συνοδέψει το βήμα ενός χαμένου ανθρώπου σε ένα δρόμο φτιαγμένο αποκλειστικά και μόνο για αυτοκίνητα. Κι ακόμα πιο ιδανικό να συνοδέψει μια βόλτα σε σκέψεις κι αποφάσεις ακόμα πιο άγριες από ένα δρόμο – επικράτεια της ερημιάς και των αδέσποτων σκυλιών...

Όλοι και όλα έμοιαζαν να είναι κόσμους μακριά. Είχε μόνο άνοιξη, νύχτα, ένα ελαφρύ αεράκι εκεί στα ψηλά της γέφυρας, με τα τρένα από κάτω να περνούν, και σταθερά μια επίμονη μυρωδιά γαζίας, λυτρωτική σαν υπαρξιακή απάντηση‧ σαν ένα σήκωμα των ώμων που έκλεινε ένα τεράστιο γιατί. Σε ποια ερώτηση όμως; Ούτε που θυμόμουν. Το μόνο που είχε πια σημασία ήταν μια αίσθηση: πως ένα ολοκαίνουργιο τραγούδι γραφόταν εκείνη τη στιγμή...




Έρωτες #2


Δεύτερο Ραντεβού μας με τους Έρωτες.
Ακόμη μια φορά στους δρόμους της Αθήνας.
Κωδικό όνομα: Άνοιξη.

20 Αθηναίοι μοιράζονται τις ιστορίες,
τις σκέψεις,
τους δρόμους τους.

Από χτες οι Έρωτες κυκλοφορούν ελεύθεροι
σε επιλεγμένα σημεία της πόλης.

(δικτυακά τους τσεκάρεις εδώ)


Wednesday, April 28, 2010

2x30



(είδες άμα περνάς καλά πως περνά ο καιρός;)


Monday, April 26, 2010

Δευτέρα [πάντα]


Δυο χρόνια πριν, τέτοια εποχή, σου έγραφα αυτά. Ήταν ο, τι μου είχε έρθει το χαρτί του στρατού. Και ο iron man ήρθε σαν από μηχανής θεός, όπως κάθε ταινία δράσης σε στιγμές που καταστρέφεται ο κόσμος γύρω μου. Και μου χάρισε ένα δίωρο εσωτερικής διαχείρισης της νέας συνθήκης. Κι όταν βγήκα από το σινεμά, στη μεγάλη περιπλάνηση που ακολούθησε κατά μήκος της Πειραιώς, συνειδητοποίησα πως μπορώ να αντιμετωπίσω (σχεδόν) τα πάντα, ακόμα κι αν πολλές φορές επιλέγω (όπου με παίρνει) να αδιαφορώ.

Δυο χρόνια μετά, το sequel του Iron Man συμπίπτει με όχι ένα, ούτε δύο, αλλά μισή ντουζίνα χαρτιά κατάταξης να αιωρούνται γύρω μου. Άνθρωποι πολύ δικοί μου και λιγότερο δικοί μου ετοιμάζονται να μπουν (ή όχι) στον παράλογο χορό της στράτευσης κι ο καθένας με το δικό του τρόπο διαχειρίζεται την ολόδική του νέα συνθήκη.

Παραδόξως δεν είμαι έξω από όλο αυτό. Και δεν εννοώ πως συμπάσχω απλά με την αγωνία των φίλων, ούτε ότι κατανοώ τις αγωνίες τους με την εκ του ασφαλούς εμπειρία του ανθρώπου που το πέρασε και βγήκε (λέμε τώρα) αλώβητος απ' όλο αυτό. Νιώθω σαν να είμαι μέρος του όσο κι εκείνοι. Υπάρχει στον αέρα η ενέργεια της καθολικής αλλαγής, της απομόνωσης που πλησιάζει με βήμα γοργό, λες και αποτελεί αναγκαστική συνθήκη του κάθε Μαΐου τούτου του κόσμου.

Εντελώς συμπτωματικά χτες με τσάκωσα να ανατρέχω μηχανικά σε στιγμές και εικόνες της δικής μου θητείας, με τα αεροστεγώς κλεισμένα αισθήματα εκείνων των στιγμών να ξεπετάγονται ολοζώντανα και να στοιχειώνουν το μεσημέρι μου. Κι ανέτρεξα σε σκέψεις ξένες που σκάρωνα τότε σε αλλεπάλληλα moleskine με ταραγμένους κι ανοίκειους γραφικούς χαρακτήρες μη και ξεχάσω την αίσθηση - λες και υπήρχε (ή υπάρχει) περίπτωση να συμβεί κάτι τέτοιο.

Και σε μια απρόβλεπτη κουβέντα που είχα χτες το βράδυ είδα πως δεν είμαι ο μόνος που μπήκα απροετοίμαστος εντελώς σ' αυτή την ακούσια διαδικασία. Κι όπως επιλέγω να βλέπω το κάθε τι σε μεταφυσικούς κύκλους (σαν τους στροβιλισμούς των δερβίσηδων), θέλω να πιστεύω πως δεν είναι τυχαία αυτή η συναστρία που σημειώνεται τόσο αφοπλιστική κι απόλυτα επαναληπτική κάθε δύο χρόνια.

Κι ίσως όταν βγω μόνος από το σινεμά αυτή την Πέμπτη, καθώς θα διασχίζω ακόμη μια φορά την Πειραιώς, να πείσω τον εαυτό μου πως όντως μπορώ να αντιμετωπίσω (σχεδόν) τα πάντα, ακόμα κι αν πολλές φορές επιλέγω (όπου με παίρνει) να αδιαφορώ.


Monday, April 12, 2010

Πρόβες


Ένα μόνιμο παράπονο που έχω από τις πρόβες των παραστάσεών μας, είναι ότι δε μπορώ να τις ευχαριστηθώ όσο θα ήθελα.

Ενώ πάνω σε μια άδεια σκηνή νιώθω την ίδια χαρά που ένιωθα όταν ήμουν παιδί και με άφηναν ελεύθερο μπροστά σε μια λευκή κόλλα χαρτί, οι πρακτικές δυσκολίες απασχολούν το μεγαλύτερο μέρος της προσοχής μου και απορροφούν όλη μου την ενέργεια.

Πώς κάνεις το χαρτί πράξη; Πώς συντονίζεις τα τραγούδια, με τα φώτα, τις εικόνες και την κίνηση, όταν όλα είναι ζωντανοί οργανισμοί που διαμορφώνονται μέχρι -κυριολεκτικά- την τελευταία στιγμή;

Όταν βρισκόμαστε πνιγμένοι μέσα σε ένα τέτοιο κουβάρι μ' αρέσει να σκέφτομαι την παράσταση σαν μια αυτόνομη μεταφυσική οντότητα που είναι στημένη από πάντα, απόλυτα συνειδητοποιημένη για το πως πρέπει ή γουστάρει να είναι και που απλά παίζει μαζί μας, γιατί της κάνει κέφι να νιώθει πως εκείνη ρυθμίζει το παιχνίδι.

Καμιά φορά μέσα στον πανικό της σύνθεσης παγώνω νοερά το χρόνο και παρακολουθώ από απόσταση όλη αυτή την δημιουργική τρέλα σαν μια σοφή χορογραφία οργανωμένη από μια ανώτερη δύναμη, συγγενική της αρμονίας ή της χαράς, ή της πληρότητας, ή ακόμα-ακόμα της ανάγκης.

Φέτος στο Μετρό, λίγες μέρες πριν την πρεμιέρα μας, τρέχουμε να ρυθμίσουμε τα πάντα για να είμαστε όσο το δυνατόν πιο έτοιμοι για την Παρασκευή. Κι ακόμα κι αν είμαστε έτοιμοι την τελευταία στιγμή, κατά βάθος αυτό είναι που μου δίνει χαρά.

Γιατί ξέρω πως την ώρα που θα χαμηλώνουν τα φώτα και τα παιδιά θα κουρδίζουν τα όργανα τους, όλο αυτό που θα παρουσιάσουμε στα μάτια του κοινού θα πάλλεται ακόμα από το ζεστό αίμα της πρόβας.

Και είμαι πεπεισμένος πια πως δεν υπάρχει πιο ζωντανή παράσταση από αυτή που συντονίζεται με τον παλμό και την αγνότητα μιας πρόβας...


Sunday, April 11, 2010

generique



Βλέπεις πόσο εύκολα γίνεται η ζωή σινεμά;
δε χτυπιέμαι άδικα εγώ να το λέω συνέχεια.
Θέλει μόνο ένα soundtrack να μοιράζεται στα δυο,
μια τυχαία νύχτα, ένα μαζί, μια στιγμιαία παρόρμηση
και ιδού:

μια νέα συνωμοσία.

Μη φεύγεις ποτέ από το σινεμά στα generique.
Κάπου στο τέλος τους,
με μικρά - μικρά γράμματα
γράφει το όνομα σου.


Thursday, April 08, 2010

trip


Ένα ταξίδι μπορεί να γίνει σε ένα απρόβλεπτο τραπέζι ενός μικρού καφέ, πάνω σε μια παρόρμηση της στιγμής. Μπορεί να πέσει σαν πρόταση κεραυνός κι η στιγμιαία σιωπή που θα προκαλέσει μετά τα πρώτα δύσπιστα γελάκια να το κάνει σοβαρή πιθανότητα.

Πόσο απαραίτητες είναι τελικά οι αποσκευές και πόσα πράγματα χρειαζόμαστε πραγματικά για μια απόδραση. Ποιος προγραμματισμός και ποια προτεραιότητα είναι πέρα και πάνω απ' την επιθυμία και την ανάγκη;

"Δεν έχω υγρό φακών", "χρειάζομαι το φορτιστή του κινητού" "κάνα - δυο t-shirt κι εσώρουχα"... "είναι τρελό, πού θα μείνουμε;"

"Μπορούμε να αγοράσουμε τα πάντα από το δρόμο, είμαστε στο κέντρο της Αθήνας - και δυο βήματα από το κέντρο του κόσμου... θα μείνουμε στο πρώτο φτηνό ξενοδοχείο που θα βρούμε."

Πάμε όπως είμαστε τώρα στο αεροδρόμιο; Κι η πρώτη πτήση να μας πάρει μακριά. Όπου να 'ναι. Για 2 μέρες. Σε δυο ώρες να 'μαστε απρόβλεπτοι ξένοι κάπου και δυο απογεύματα μετά να πίνουμε πάλι τον καφέ μας στο ίδιο αυτό τραπέζι γελώντας με την ξαφνική παρόρμηση.

Δεν πίστεψες ότι το εννοούσα. Σκέφτηκες ότι αποκλείεται να γίνει. Κι όμως όσο ψάχναμε τις πτήσεις της easy jet για Λονδίνο, Παρίσι, Βαρκελώνη είχες στο βλέμμα και στη σιωπή μια μικρή υποψία πως μπορεί και να το εννοώ.

Κι αυτή η μικρή εμπιστοσύνη που γέννησε στο πρόσωπό σου η πιθανότητα, απογείωσε ταυτόχρονα 4 αεροπλάνα: για Λονδίνο, Παρίσι, Βερολίνο, Barcelona...

Κι ας μην το κουνήσαμε από εκείνο το απρόβλεπτο τραπέζι του μικρού καφέ... (χτες το βράδυ τουλάχιστον.)


Sunday, March 28, 2010

η ποίηση του δρόμου


Αγαπώ την ποίηση του δρόμου. Αυτή που ανασαίνει η μαραζώνει σε βρώμικους και καθαρούς τοίχους της πόλης. Την καταγεγραμμένη με ανεξίτηλο μαρκαδόρο, σπρέι, στένσιλ, στιλό και μολύβια της έσχατης λύσης και της παρορμητικής ανάγκης.

Αγαπώ την ποίηση του δρόμου, αρχικά γιατί είναι του δρόμου: βιωμένη, επικοινωνιακή και άμεση. Προσβάσιμη απ’ όλους, αιφνιδιαστική και οικεία. Είναι την ίδια στιγμή επιβεβλημένη κι απαγορευμένη. Είναι βανδαλισμός και ύψιστη καλλιτεχνική προσφορά. Η ποίηση του δρόμου μπορεί καμία φορά να μην είναι παρά χιλιομασημένα κλισέ πολιτικοκοινωνικής καταγγελίας ή μια προσωπική έκφραση ονομαστικής καψούρας. Μπορεί να είναι πνευματώδες ευφυολόγημα ή μια απλή ανοησία, μια υπερφίαλη δήλωση άκρατου εγωκεντρισμού ή μια μικρή, λιτή έκφραση ατομικότητας μέσα στη φασαρία του όχλου.

Αγαπώ και τη μια και την άλλη πτυχή των συνθημάτων των τοίχων. Θεωρώ εξίσου ποιητικά τα πετυχημένα με τα αποτυχημένα, τα κλισέ με τα πρωτότυπα, τα άμεσα με τα λογοτεχνιζοντα. Γιατί η βαθύτερη ποίηση αυτών των δηλώσεων δε συνοψίζεται στο αποτέλεσμα αλλά στην ανάγκη (δε λέω καν την πρόθεση, μιας και τα κίνητρα στις μέρες μας συχνά παρεξηγούνται), κι αυτή η ανάγκη για έκφραση σε ένα κοινόχρηστο χώρο που συναντιέται με ανυποψίαστα βλέμματα σε ανύποπτους χρόνους κατά τη διάρκεια της μέρας, είναι που κάνει τη μετάβαση από το ρητό στο ποιητικό κι από τον βανδαλισμό στην πηγαία λογοτεχνία.

Κάθε φορά που το βλέμμα μου πέφτει πάνω σε ένα τυχαίο σύνθημα που τραβά την προσοχή μου, προσπαθώ να φανταστώ τον ένοχο – συγγραφέα (πόσο παράξενα ταιριαστά διαβάζονται αυτές οι λέξεις δίπλα – δίπλα) και να τον αναπαραστήσω ζωντανό εν ώρα δράσης μπροστά μου να επιδίδεται στο ανόσιο έργο του. Επιχειρώ να αναπαράγω τη σκέψη του, να ενεργοποιήσω στο κεφάλι μου τους δικούς του διανοητικούς μηχανισμούς και να νιώσω την παρόρμηση που τον οδήγησε να διεκδικεί λίγη από την τυχαία προσοχή των ανυποψίαστων περαστικών.

Σε αντίθεση με την κοινή αντίληψη δε φαντάζομαι ένα μακρυμάλλη αναρχικό, ούτε ένα χούλιγκαν μαθητή σε κοπάνα. Τραβάω τις πιθανότητες στα όρια τους. Μ’ αρέσει π.χ. να φαντάζομαι μια ηλικιωμένη κυρία που γυρίζει από τη λαϊκή να αφήνει για λίγο το καρότσι με τα ψώνια της και να σκαρώνει δυο λέξεις αγανάκτησης για την ακρίβεια, τα σκληρά οικονομικά μέτρα, τις ανατιμήσεις. Άλλες φορές φαντάζομαι συνταξιούχους που σκοτώνουν την ώρα τους χάσκοντας στους δρόμους να χαράζουν με μαύρο μαρκαδόρο πολιτικά συνθήματα. Ή μαθητές γυμνασίου μετά το σχόλασμα να αναπαράγουν ένα σουρεαλιστικό στίχο του Εμπειρίκου που τους εντυπώθηκε στο μάθημα της λογοτεχνίας.

Το καλύτερο μου είναι να φαντάζομαι ερωτευμένα (η και τσακωμένα) ζευγάρια σε πρώτα, δεύτερα και τελευταία ραντεβού να καταγράφουν ένα χρονικό της σχέσης τους ή υποσχέσεις ζωής με την ελπίδα της μόνιμης παρακαταθήκης στο χρόνο. Ή τους τίτλους τέλους τους. Μ’ αρέσει ακόμα να προβάλλω βυρωνικές φιγούρες, φαντάσματα που βγαίνουν μόνο νύχτα, με μακριά μαλλιά και κέρινα δάχτυλα, να αφυπνίζουν συγκινήσεις υπό το φως του φεγγαριού. Η μικρά παιδιά να αποτυπώνουν ανορθόγραφα, με άγουρους ακόμα γραφικούς χαρακτήρες, τις πρώτες διαπιστώσεις τους για τον κόσμο.

Στους τοίχους ακόμα κι οι βρισιές έχουν ποιητικότητα. Παίρνουν κάτι από την ρομαντική γοητεία μιας επανάστασης πριν ξεσπάσει. Δεν είναι έκφραση στιγμιαίας οργής, αλλά παγιωμένος θυμός που μένει σταθερός σαν άποψη για τη ζωή, έτοιμος να πυρπολυθεί με την παραμικρή αφορμή. Κι όσο για τη μελαγχολία μιας φράσης, όσο περισσότερο καιρό αφήνεται σε έναν τοίχο να αναμετριέται με τον ήλιο και τη βροχή τόσο περισσότερο μοιάζει με υπαρξιακή αγωνία που εκφράζει όλο και περισσότερους.

Αυτή είναι ίσως τελικά η μυστική γοητεία της ποιητικής των δρόμων: ότι κάτι τόσο απόλυτα προσωπικό αφήνεται ελεύθερο στην τυχαιότητα μιας συνάντησης να υιοθετηθεί από κάποιον που ίσως να έχει σκεφτεί κάτι αντίστοιχο, αλλά δεν πρόλαβε να το ξεστομίσει. Κάτι σαν να συναντιέσαι με μια ενδόμυχη σκέψη σου που δεν τόλμησες ίσως μέσα στη βιασύνη σου να παραδεχτείς. Κι είναι μέσα σε εκείνη ακριβώς τη βιασύνη, καθώς με γρήγορο βήμα περπατάς στο δρόμο, που σηκώνεις στιγμιαία το βλέμμα κι έρχεσαι αντιμέτωπος με έναν καθρέφτη. Δικό σου. Δικό του. Της κοινωνίας. Της αλήθειας. Κι αν δεν είναι όλα αυτά ποίηση, τότε ειλικρινά δε μπορώ να σκεφτώ τί άλλο είναι...


Saturday, March 27, 2010

All the world is a stage


"Η Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου αποτελεί ευκαιρία για να γιορτάσουμε το Θέατρο στις τόσες και τόσες μορφές του. Το θέατρο είναι πηγή διασκέδασης και έμπνευσης και έχει τη δυνατότητα να ενώνει τους διαφορετικούς πολιτισμούς και ανθρώπους που υπάρχουν στον κόσμο. Όμως μπορεί να είναι κάτι περισσότερο απ’ αυτό, αφού προσφέρει επίσης ευκαιρίες εκπαίδευσης και ενημέρωσης.

Σ’ όλο τον κόσμο παίζεται θέατρο και όχι πάντα σε παραδοσιακό θεατρικό περιβάλλον. Παραστάσεις μπορούν να προκύψουν σε ένα μικρό χωριό στην Αφρική, κοντά σε ένα βουνό στην Αρμενία, σε ένα μικρό νησί στον Ειρηνικό. Το μόνο που χρειάζεται, είναι ένας χώρος και ένα κοινό. Το θέατρο έχει τη δυνατότητα να μας κάνει να χαμογελάμε, να μας κάνει να κλαίμε, αλλά πρέπει επίσης να μας κάνει να σκεφτόμαστε και να εκφραζόμαστε.


Το θέατρο προκύπτει μέσα από την ομαδικότητα. Οι ηθοποιοί είναι οι άνθρωποι που βρίσκονται στο προσκήνιο, όμως υπάρχει επίσης ένας υπέροχος κόσμος ανθρώπων που βρίσκεται στο παρασκήνιο. Είναι εξίσου σημαντικοί όσο και οι ηθοποιοί και τα διαφορετικής φύσης εξειδικευμένα ταλέντα τους καθιστούν δυνατή την πραγματοποίηση μιας παράστασης. Έχουν κι αυτοί μερίδιο σε όποιο θρίαμβο και επιτυχία προκύψει.


Η 27η Μαρτίου έχει καθιερωθεί επίσημα ως Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου. Με πολλούς τρόπους θα πρέπει κάθε μέρα να θεωρείται μέρα θεάτρου, καθώς έχουμε την ευθύνη να συνεχίσουμε την παράδοση να ψυχαγωγούμε, να εκπαιδεύουμε και να διαφωτίζουμε το κοινό μας, χωρίς το οποίο δεν θα μπορούσαμε να υπάρξουμε.
"


(Το -ψύχραιμο- φετινό μήνυμα της Dame Judi Dench για την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου μεταφρασμένο για το Ελληνικό Κέντρο του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου από τη Βίκυ Μαντέλη και τον Νεόφυτο Παναγιώτου).


Thursday, March 25, 2010

Ιατρείον Ασμάτων


Όταν επικοινώνησε μαζί μου ο Σπύρος Αραβανής και μου ζήτησε να πω δυο λόγια για τη Στέλλα Βλαχογιάννη και το Ιατρείον Ασμάτων ομολογώ πως μούδιασα. Όχι γιατί είμαι άσχετος με το θέμα, ούτε λόγω της φυσικής συστολής προς την άμεση δημόσια έκφραση. Ο κύριος λόγος είναι ότι ως ιδιοσυγκρασία επιλέγω τις μεγαλύτερες προσωπικές αλήθειες και αγάπες μου να μην τις δηλώνω ξεκάθαρα. Προτιμώ να τις προστατεύω από τη λογική αυτού του κόσμου μη και μου ζητηθεί να εξηγηθούν ή να τις δικαιολογήσω με όρους πραγματικότητας. Νομίζω γι’ αυτό αγάπησα τόσο νωρίς και τόσο έντονα την κωδικοποιημένη έκφραση της αλήθειας που ονομάζεται τραγούδι.

Στην περίπτωση της Στέλλας όμως το ναι ήταν τόσο αυτονόητο και αυθόρμητο που έβαλα στην άκρη επιφυλάξεις, φόβους και ανασφάλειες. Κι αυτό γιατί ένα μέρος της προσωπικής αλήθειας μου – όσο βαρύ κι αν ακουστεί αυτό, τη χρωστάω στη γιατρό της καρδιάς μου – όπως την αποκαλώ τα τελευταία χρόνια. Κι η αποψινή βραδιά είναι μια καλή ευκαιρία να το δηλώσω επιτέλους δημόσια, να καταγραφεί στο χρόνο ενώπιον μαρτύρων.

Επέλεξα να μιλήσω για τα πρόσωπα αυτής της παράξενης φωνής, όπως εμφανίζονταν ένα – ένα με διαφορετικές ιδιότητες στη ζωή μου σαν leit motif ενός ανθρώπου που φαινόταν από πολύ νωρίς πως δεν ήταν περαστικός, αλλά μια από αυτές τις εκλεκτικές συγγένειες, που στις παραχωρεί η ζωή όταν αρχίζεις να αναρωτιέσαι αν υπάρχουν άλλοι παράξενοι άνθρωποι σαν εσένα.

Η Στέλλα Βλαχογιάννη εμφανίστηκε νομοτελειακά στη ζωή μου από απόσταση: το όνομα της αρχικά συνώνυμο της μάχιμης δημοσιογραφίας, με συνεντεύξεις σημείο αναφοράς. Θυμάμαι τα χρόνια του Διφώνου, όταν άρχιζα δειλά να γνωρίζω την ελληνική μουσική, να βλέπω την υπογραφή της Βλαχογιάννη ως εγγύηση αξιοπιστίας, αξιοπρέπειας, ουσίας και βαθιάς γνώσης. Ασφάλειας.

Ακολούθησε η ιδιότητα που αποκηρύσσει κάθε φορά που την επικαλούμαι με ευγνωμοσύνη: αυτή της ποιήτριας. Δε θα ξεχάσω ποτέ τη μέρα που έπεσε στα χέρια μου η «θλίψη του σώματος». Το δέος με το οποίο καταβρόχθιζα κυριολεκτικά κάθε λέξη, τις τρεμάμενες υπογραμμίσεις, τις διαρκείς αναγνώσεις, αποστηθίσεις και υιοθεσίας ολόκληρων φράσεων. Τα δάκρυα της σαντέζας όταν διαβάζαμε μαζί το βιβλίο και το κυριότερο: την κατοχύρωση – εν αγνοία της τότε ακόμα – της αιώνιας μυστικής μας συγγένειας στη ζωή, στο γράψιμο, στη θλίψη και στον πόνο. Στους άλλους. Στα λόγια και στη σιωπή...

Κι ύστερα ήρθε ο ήχος. Το Iατρείο. Δε θυμάμαι την πρώτη φορά που άκουσα την εκπομπή. Προφανώς κάποιος μου το σφύριξε, κάπου άκουσα την προσθήκη του ονόματός της στο δυναμικό του Β προγράμματος, ίσως πάλι την πέτυχα εντελώς τυχαία, πέφτοντας πάνω σε ένα από τα παράξενα, απρόβλεπτα κι αγαπημένα τραγούδια που επιλέγει να στηρίζει. Αυτό που θυμάμαι πάντως είναι ότι ο κόσμος να χαλούσε, δεν υπήρχε περίπτωση να χάσω την εκπομπή της Τετάρτη βράδυ. Για μια ώρα κάθε βδομάδα έκλεινα όλα τα φώτα και μέσα στο απόλυτο σκοτάδι αφηνόμουν στην αλήθεια αυτής της φωνής δίχως πρόσωπο. Αφουγκραζόμουν, ψυχαναλυόμουν, σκεφτόμουν, σπούδαζα το τραγούδι και προσπαθούσα να τρυπώσω πίσω απ’ τη σαρκαστική χροιά, να εξιχνιάσω τη μελαγχολία της, να ακουμπήσω πάνω της, να δεθώ μαζί της.

Στο Ιατρείο Ασμάτων οφείλω τον τίτλο (κι όχι την ιδιότητα) Ακροατής. Γιατί στην πολύπαθη επικράτεια που ονομάζεται ραδιόφωνο ο ακροατής είναι τίτλος ευγενείας και απονέμεται σε επίμονες εξαιρέσεις ύστερα από κοπιαστική δουλειά του υπό εξαφάνιση πια μάγου παραγωγού, ενός ανθρώπου με γνώση, θέση, άποψη, ειλικρίνεια και γοητεία, αυτά που εκείνη η φωνή από τις πρώτες κιόλας ακροάσεις μου, διέθετε και μοίραζε με γενναιοδωρία.

Ακόμα και σήμερα το Ιατρείο φαντάζει στο νου μου αντάρτικο. Αυτή τη μια και μοναδική ώρα της εβδομάδας δε νιώθω ότι ακούω απλά ραδιόφωνο, δε γεμίζω καταχρηστικά με ήχους τη σιωπή και σε καμιά περίπτωση δεν το χρησιμοποιώ ως υπόκρουση σε άλλες ασχολίες. Η ακρόαση του Ιατρείου και 2-3 άλλων εκπομπών που επιμένουν να αντιστέκονται στο αυτοματοποιημένο παιχνίδι του συρμού, είναι θέση, άποψη, στάση ζωής και αισθητικής.

Δεν είμαστε εστέτ όσοι ακούμε με προσήλωση το Ιατρείο. Είμαστε οι κάμποσοι που κούρασε η φασαρία του κόσμου, αυτοί που ψάχνουν το ήρεμο, μέσα τους, καταφύγιο, όλοι όσοι ζητούν συνειδητά την ενεργοποίηση της αυθεντικής, λυτρωτικής, ανθρώπινης συγκίνησης. Κι όσο έχουμε αυτόν τον άνθρωπο που δε διστάζει να εκθέτει τις ευαισθησίες, τη γνώση, την οργή, το θυμό και τις αγάπες του είμαστε τυχεροί. Όσο έχει το κουράγιο και τη δύναμη να αυτοπυρπολείται αιωρούμενη δεν έχουμε να φοβόμαστε τίποτα.

Κι όπως έρχεται πάντα η ζωή να επισφραγίσει εκείνες τις καρμικές σχέσεις που συντελούνται πριν γίνουν κατά πρόσωπο συναντήσεις, είχα την τύχη να γνωρίσω και προσωπικά τη Στέλλα. Θυμάμαι ακόμα την οικεία φωνή στο τηλέφωνο να ζητά με επισημότητα τον Κύριο Γεράσιμο Ευαγγελάτο… Και σύντομα η φωνή στην άλλη γραμμή απέκτησε πρόσωπο. Και το πρόσωπο έγινε πολύ σύντομα αγκαλιά. Όχι εύκολα, ούτε άκοπα. Δυνατά όμως και καθοριστικά. Κι από αγαπημένη δασκάλα σε χωράφια άγνωστα κι ανεξιχνίαστα, χωρίς να καταλάβω κι εγώ καλά – καλά πως, η σχέση μας έγινε ένα μαγικό δέσιμο από εκείνα τα μεταφυσικά που επιμένω μετά μανίας να αναζητώ στη ζωή μου.

Κι εδώ κανονικά θα έπρεπε να μιλήσω για το άλλο πρόσωπο της Στέλλας Βλαχογιάννη, αυτό το πολύ δικό μου και προσωπικό, που έχω την τύχη να γνωρίζω επειδή επιλέγει να το μοιράζεται μαζί μου μέσα από βλέμματα, παύσεις, ζεστές αγκαλιές, σπάνιες συναντήσεις και αυστηρά επιλεγμένες λέξεις. Κι είχα αποφασίσει να το κάνω. Γιατί της το χρωστάω να εκτεθώ μια φορά και της το ‘χω τάξει. Κάτι μ’ εμποδίζει όμως και πάλι. Όχι γιατί δε μπορώ να βρω τις λέξεις – αν προσπαθήσω κάτι θα καταφέρω – αλλά γιατί το μεγάλο δώρο της επικοινωνίας μου με τη γιατρό μου είναι η σπάνια σιωπή των ανθρώπων που μοιράζονται μια κοινή αλήθεια.

Κι αν κάποτε αποφασίσω να στριμώξω αυτή την αλήθεια σε δυο λέξεις, θα τη γράψω σε ένα μικρό χάρτινο αστέρι από εφημερίδα, θα του βάλω φωτιά και θα το αφήσω ελεύθερο σαν εκείνο το χαρτάκι που το ταξίδευε ο αέρας στους δρόμους της Αθήνας.

Μέχρι τότε όμως, θα τα λέμε στις σιωπές...


(κείμενο που γράφτηκε από τον Jirashimosu για το αφιέρωμα στη Στέλλα Βλαχογιάννη και το Ιατρείον Ασμάτων στον Ιανό στις 16 Μαρτίου 2010)



Monday, March 22, 2010

Της Άνοιξης


«Ξέρεις γιατί η Άνοιξη μας αποσυντονίζει, έτσι;»

Η πρόταση διατυπώθηκε από το πουθενά και ήταν αρκετά απρόσμενη για να τραβήξει την προσοχή μου από το αχνιστό αρωματικό τσάι, με το αρκούντως σαρκαστικό –για την συζήτηση- όνομα «ρώσικες νύχτες».

Ο συνομιλητής μου κατάλαβε αμέσως ότι κίνησε το ενδιαφέρον μου γιατί αιχμαλώτισε με την επιδεξιότητα γερακιού το βλέμμα μου με το που σηκώθηκε από το φλιτζάνι. Χωρίς να χάσει χρόνο –παραλείποντας ακόμα και να απολαύσει το θρίαμβο της ενδιαφέρουσας δήλωσης, προχώρησε στην ανάλυση του ζητήματος.

«Έχει να κάνει με την ενέργεια...» - συνέχισε- «Τα πάντα γύρω μας έτσι κι αλλιώς έχουν να κάνουν με την ενέργεια. Οι εποχές όμως είναι αυτές που τη μετουσιώνουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Ο Χειμώνας και το Καλοκαίρι είναι οι πιο σαφείς εποχές ενεργειακά.

Ο Χειμώνας – όπως μπορείς εύλογα να καταλάβεις- είναι η εποχή εκείνη που μας ωθεί στην εσωστρέφεια: Κρύο, βροχές, μικρές μέρες, μεγάλες νύχτες, κλειστές πόρτες και παράθυρα, μυστικά και ψέματα. Αυτό στις ανατολικές φιλοσοφίες ταυτίζεται με το γιν: το σκοτάδι, το μαύρο, τη συννεφιά, το θηλυκό-παθητικό στοιχείο του κόσμου.

Το καλοκαίρι από την άλλη δε χρειάζεται ιδιαίτερη φαντασία για να το φορτώσεις με την αισιοδοξία και την εξωστρέφεια του φωτός του ήλιου και την άπλα της ανοιχτής θάλασσας. Λευκό, θερμό, κινητικό λαμπρό, αρσενικό – δυναμικό στοιχείο της φύσης.

Κι ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο; Οι εποχές όπως ξέρουμε είναι τέσσερις. Ανάμεσα στις δυο ξεκάθαρες, αποφασιστικές, σίγουρες γι΄αυτό που είναι (και είμαστε) εποχές, βρίσκονται κι οι δυο μεταβατικές. Αυτές που μας αποσυντονίζουν και μας μπερδεύουν περισσότερο. Το φθινόπωρο κι η Άνοιξη: Οι δυο διχασμένες φάσεις του έτους: με τη μια άκρη στο σκοτάδι και την άλλη στο φως. Οι εποχές - πορεία προς τη μια ή την άλλη διάθεση, από το μέσα προς το έξω και αντίστροφα.

Και καλά το Φθινόπωρο... είναι η μελαγχολική εκείνη εποχή που πραγματοποιεί τη μετάβαση από την εξωστρέφεια του καλοκαιριού. Σαν την επιστροφή στο σπίτι ύστερα από μια έντονη μέρα στη θάλασσα. Ζεσταίνεις νερό και διώχνεις από πάνω σου τα αλάτια και την ένταση, χαλαρώνοντας κι απολαμβάνοντας την ηρεμία της ησυχίας. Το Φθινόπωρο είναι επιστροφή στο καταφύγιο. Στην ασφάλεια της μήτρας: στο θηλυκό χειμώνα.

Η Άνοιξη όμως...» εκεί ο συνομιλητής μου σταμάτησε και σήκωσε το βλέμμα του για να με εξετάσει με νόημα. Κι όταν βεβαιώθηκε πως είχε τον απόλυτο έλεγχο της προσοχής μου συνέχισε: «η Άνοιξη είναι η προετοιμασία για να ξεχυθείς στον κόσμο... είναι η απόφαση να αφήσεις την ησυχία του σπιτιού σου και να αναμετρηθείς με όλες αυτές τις απειλητικές εξωτερικές δυνάμεις, από τις οποίες απείχες συνειδητά τόσο καιρό.

Η Άνοιξη είναι η πύλη που σε οδηγεί στον έξω κόσμο: είναι η αναγέννηση, η δική σου και των προσδοκιών σου για τους άλλους, η αφύπνιση των ορμονών σου, οι οποίες βγαίνοντας από τη χειμέρια νάρκη τους, αναζωογονημένες και ολοκαίνουργιες έχουν την ορμή μιας άφθαρτης νιότης, αποφασισμένης να διαρκέσει για πάντα.

Η μνήμη της φθοράς του περσινού χειμώνα είναι ασθενική – παρεμβάλλεται ένας ολόκληρος χρόνος άλλωστε- και τα πάντα δείχνουν να είναι προσβάσιμα και σφραγισμένα με τα αρχικά σου. Το κορμί σου ξεχειλίζει από ορμονικό συνάλλαγμα για τις εμπορικές συναλλαγές με τις επιθυμίες σου. Κι ακόμα κι αν η φύση βρίθει από συνειρμικές απειλές παρελθοντικών απωλειών (τη μυρωδιά μιας νεραντζιάς, ένα ανεπαίσθητο αεράκι, το βυσσινί φως ενός απογεύματος), είναι τόση η συσσωρευμένη ένταση μιας ολόκληρης χρονιάς, που κλείνεις τα μάτια κι απολαμβάνεις τις ενδείξεις σαν μια ολοκαίνουργια εμπειρία που σου αποκαλύπτει την ομορφιά του κόσμου για πρώτη φορά...»

Πριν προλάβω να σκεφτώ πόσο δίκιο ή άδικο είχαν τα λεγόμενά του, πριν καλά – καλά πάρω την προσφιλή μου θέση αντιλογίας που μπορεί να υποστηρίξει την οποιαδήποτε άποψη αρκεί να φτάσει στα όριά της μια συζήτηση, παρατήρησα ότι ο συνομιλητής μου είχε αφαιρεθεί και σωπάσει. Το βλέμμα του είχε χαθεί κάπου έξω από τη τζαμαρία του μικρού καφέ, πολύ πέρα από τα φλιτζάνια με τις «ρώσικες νύχτες»...

«Έγινε κάτι;» ρώτησα ύστερα από μια στιγμή απόλυτης σιωπής, ενώ συνειδητοποιούσα πως ήταν οι πρώτες κουβέντες που έλεγα εδώ και αρκετή ώρα...

«Όχι τίποτα...» μου απάντησε κοιτώντας με αμήχανος «απλά αφαιρέθηκα...» και πριν προλάβω να ρωτήσω τί και πώς –χωρίς να είμαι καν σίγουρος αν υπήρχε λόγος να το κάνω, επέστρεψε με απόλυτο αυτοέλεγχο το βλέμμα του στο τραπέζι και συνέχισε με την ψύχραιμη και λογική φωνή του:

«...τι λέγαμε; Α ναι... η Άνοιξη...»

Καθώς συνέχισε να αναλύει τις απόψεις του, γύρισα το βλέμμα έξω από τη τζαμαρία περίεργος για το τί ήταν αυτό που του είχε αποσπάσει την προσοχή. Ο δρόμος ήταν άδειος. Δε συνέβαινε τίποτα εντυπωσιακό... πέρα από το ανοιξιάτικο απόγευμα. Κι ένα οικείο βυσσινί...


Sunday, March 21, 2010

Υστερόγραφο


Μες στην καρδιά μου ακούγεται ένα ποίημα. Αντηχεί σ’ όλο μου το σώμα η μουσική του κι όταν είμαι απαυδισμένος μου δίνει φτερά. Μου ψιθυρίζει: «όπου να ‘ναι ξημερώνει. Να!» όταν γίνεται η νύχτα αιωνιότης. Ποτέ δεν το ‘γραψα. Δε μπόρεσα να κάνω συλλαβές, τους στίχους του και τις λέξεις. Να γράφω μουσική δεν ξέρω, και σκέπτομαι συχνά πως αν το γράψω κάποτε θα ‘ναι για να πεθάνω. Γιατί, μετά δε θ’ απομείνει τίποτα πια να πω.

[Σταύρος Βαβούρης - 1925/2008]


Thursday, March 18, 2010

Εισιτήρια διπλά #2


Τα Εισιτήρια Διπλά είναι ένας δίσκος για τη μνήμη: την πρόσφατη και αυτή που χάνεται στο χρόνο.

Έχουμε ένα θέμα οι τρεις μας με τη μνήμη. Κρατάμε ό τι μπορεί να αποδείξει πως πέρασαν στιγμές απ’ τη ζωή μας που άξιζαν να μείνουν για πάντα. Κι ας μην έμειναν όσο έπρεπε. Κι ας έγιναν καπνός πριν τη φωτιά.

Αυτός ο δίσκος είναι ένας φόρος τιμής στους ανθρώπους της ζωής μας που πέρασαν, στις ταινίες που έμειναν, στα ταξίδια που έγιναν και σ’ εκείνα που προγραμματίζονται και διαρκώς αναβάλλονται.

Είναι οι ομπρέλες του Χερβούργου του Jacques Demy, το wild is the wind της Nina Simone, η Σοφία Βέμπο, η πνιγμένη Οφηλία του Gregory Crewdson, η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη, η Ύδρα, το Παρίσι, το Λονδίνο κι όλα όσα αποτελούν την προσωπική μας μυθολογία και την άμυνα μας απέναντι στον κόσμο και το χρόνο.

Κρατάτε στα χέρια σας ακόμα ένα χρονικό της συνύπαρξής μας – άλλοτε κωδικοποιημένο κι άλλοτε δηλωμένο ξεκάθαρα. Τις κουβέντες, τις σιωπές μας, τις νύχτες και τις μέρες μας. Θα ακούσετε αμέτρητα ποτήρια κρασί, τσιγάρα, τηλέφωνα στη μέση της νύχτας, δισταγμούς χρόνων και αποφάσεις της στιγμής, ταξίδια, ταξίδια, ταξίδια...

Νατάσσα – Γεράσιμος – Θέμης

[τα "Εισιτήρια Διπλά" στροβιλίζονται απ' τη Δευτέρα ελεύθερα κι επισήμως ανάμεσα σας...]

Monday, March 15, 2010

Ιατρείον Ασμάτων


Αύριο, Τρίτη 16 Μαρτίου, στις 20.00, ο Jirashimosu (με το που προσγειώνεται από Θεσσαλονίκη) έχει την τιμη (και το άγχος) να μιλήσει για τη γιατρό της καρδιάς του, Στέλλα Βλαχογιάννη και το λατρεμένο Ιατρείο Ασμάτων της στον Ιανό (Σταδίου 24).

Πιο σοβαρά, ψύχραιμα και υπεύθυνα θα μιλήσουν ο ραδιοφωνικός παραγωγός Γιώργος Μητρόπουλος και ο εκδότης του περιοδικού Fortezza (και συγγραφέας του εξαιρετικού "σνιφ!"), Γρηγόρης Παπαδογιάννης.

Αποσπάσματα του Ιατρείου θα διαβάσουν ο Γιάννης Ροζάκης και η Σοφία Καραγιάννη, ενώ τραγούδια δεμένα με την εκπομπή θα ερμηνεύσουν (με το Θεμάκο στο πιάνο) οι Αλέξανδρος Εμμανουηλίδης, Νατάσσα Μποφίλιου, Δανάη Παναγιωτοπούλου, Μαρία Παπαγεωργίου και τιμής ένεκεν η Μαρία Σουλτάτου.

Αν δεν έχεις κάτι καλύτερο να κάνεις απ' το να τιμήσεις το πιο συγκινητικό ραδιοφωνικό ραντεβού των τελευταίων ετών(που σιγά μην έχεις...) τα λέμε εκεί...


Wednesday, March 10, 2010

Monday, March 08, 2010

Μην παίζεις με τα χώματα

Για τη γιατρό της καρδιάς μου, σου έχω ξαναμιλήσει. Και να μη σου έχω ξαναμιλήσει, την έχεις ακούσει κάποια μεσάνυχτα Τετάρτης στο Ιατρείο Ασμάτων στο δεύτερο πρόγραμμα κι ίσως ακόμα και να έχεις έρθει αντιμέτωπος με τα ποιήματά της (κι ας αποποιείται η ίδια τον τίτλο της ποιήτριας) στην εξαιρετική θλίψη του σώματος (που φάγαμε ένα καλοκαίρι με τη σαντέζα να πληγώνουμε ο ένας τον άλλον με υπογραμμισμένες φράσεις και λέξεις που μας αφορούσαν και μας περιέγραφαν σαν κινέζικα πορτρέτα).

Τα λόγια της Στέλλας Βλαχογιάννη λοιπόν, για λίγο αφήνουν τις σιωπηλές σελίδες και τα ραδιοκύματα και συναντούν την άλλη μεγάλη μου αγάπη: το θέατρο. Η Σοφία Καραγιάννη κι η Ηρώ Μιχαλακάκου παίρνουν με φροντίδα στα χέρια τους τις εύφλεκτες φράσεις της και στήνουν με τρυφερότητα μια παράσταση βαθιά ειλικρινή κι εξομολογητική (αν δε φοβάται κάτι η γιατρός μου άλλωστε είναι η αλήθεια και η έκθεση) και κάτι μου λέει -αν κρίνω από τα αποσπάσματα που έχω την τιμή να έχω διαβάσει- πως στη σκηνή θα στηθεί απέναντι από τον καθένα μας ξεχωριστά, ένας καθρέφτης απ' αυτούς που μας μαθαίνουν καλύτερα τον εαυτό μας.

Τετάρτες και Πέμπτες λοιπόν από τις 10 Μαρτίου, στο Θέατρο Βασιλάκου, μια μακρινή φωνή χωρίς πρόσωπο -σαν αδιάφορη και συνάμα υπερπροστατευτική μαμά- παρακινεί το παιδί μέσα μας να μην παίζει με τα χώματα...

...σαν να παραβλέπει πως είναι στη μοίρα του χωμάτινου ανθρώπου μια ζωή με χώματα να συναλλάσσεται...


Saturday, March 06, 2010

Alice


Την είπαν μέτρια. Την είπαν απογοήτευση. Την είπαν δέσμια της Disney και των άγραφων κανόνων της αγοράς στην οποία απευθύνεται. Κι όμως –κατά την ταπεινή άποψη του γράφοντος πάντα- αυτή η Αλίκη είναι ένα από τα πιο σκοτεινά, μελαγχολικά και ειλικρινή δημιουργήματα του Tim Burton.

Χωρίς να παραβιάζει τη σαφή γραμμή μιας ταινίας για όλη την οικογένεια, με τη μαεστρία ενός σπουδαίου δημιουργού η συγκεκριμένη –ομολογουμένως ελεύθερη απόδοση του αρχικού μύθου- κατορθώνει με τον πιο ευφάνταστο τρόπο να ισορροπίσει τα ασυμβίβαστα.

Γιατί η κατά Burton Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων καταφέρνει πέρα από μια εντυπωσιακή και θεαματική ταινία δράσης και ειδικών (3D) εφέ να είναι και μια ειλικρινής, ψυχαναλυτική εξομολόγηση ενός αυθεντικού auteur που συνεχίζει τους προσφιλείς προβληματισμούς του πάνω στο αιώνιο θέμα της αγάπης, της αποδοχής και της ενηλικίωσης σε έναν κόσμο που ζητά μετά μανίας να επιβληθεί στη φαντασία.

Για πρώτη φορά, ο κόσμος της Wonderland δεν είναι το παιχνιδιάρικο ονειρικό πεδίο δράσης όπου όλα επιτρέπονται, αλλά μια παράλληλη ζοφερή πραγματικότητα, που απαιτεί από τον καθένα να παίξει έναν προκαθορισμένο συγκεκριμένο ρόλο – εξίσου επιτακτικά με τον πραγματικό κόσμο των πραγματικών υποχρεώσεων. Μόνο που αντί για ένα γάμο συμφερόντων, το ζητούμενο είναι η μάχη με ένα μυθικό δράκο (σιγά τη διαφορά δηλαδή...)

Αν κοιτάξει όμως κάποιος λίγο πιο βαθιά από την οριζόντια παράθεση των γεγονότων βλέπει πως το κάτοπτρο του Burton έχει τοποθετηθεί ακόμα μια φορά παράδοξα κι η συμπάθειά του δεν είναι αναγκαστικά στο πλευρό του καλού (πόσο ειρωνικά αντιπαθής είναι η νευρωτική λευκή βασίλισσα), αλλά του παρείσακτου και περιθωριακού αποκλεισμένου που αναγκάστηκε να γίνει σκληρός για να επιβιώσει.

Αλίμονο δηλαδή σε όποιον δεν κατάλαβε πως η Κόκκινη Βασίλισσα της Helena Bonham Carter είναι το θηλυκό alter-ergo (ή μετεξέλιξη) του εύθραυστου Ψαλιδοχέρη σε μια εποχή που το παραμύθι έχει αλλάξει κι η τρυφερότητα έχει (αναγκαστικά) πετρώσει.

Κι αν παρόλα τα παραπάνω είσαι ακόμα δύσπιστος και πιστεύεις ότι ο Burton απέτυχε να σταθεί αντάξιος του παραμυθιού του Lewis Carroll, αρκεί εκείνο το μικρό flash back, των ελάχιστων δευτερολέπτων κάπου προς το τέλος της ταινίας, όπου αναπαράγει τη wonderland οπως ακριβώς την περιγράφει ο συγγραφέας, η κοινή προσδοκία κι η παραμυθένια αισθητική, για να καταλάβεις οτι ο εν λόγω σκηνοθέτης θα μπορούσε να γυρίσει ακόμα ένα remake της ταινίας για πλάκα.

Το εύρημα κι η καινοτομία αυτής της Αλίκης όμως βρίσκονται αλλού: σε έναν Tim Burton που για πρώτη φορά αφήνει υπόνοιες ότι οι απαντήσεις δε βρίσκονται στο παραμύθι, το καταφύγιο δεν είναι η φαντασία, και πάνω απ’ όλα: το πιο ονειρικό πεδίο κι εκεί που όλα τα θαύματα μπορούν να συμβούν δεν είναι πια το όνειρο: αλλά αποκλειστικά και μόνο η ανεξερεύνητη πραγματικότητα.

Saturday, February 27, 2010

single


Χτες βράδυ, σε ανύποπτο χρόνο, βρήκα στην τσέπη του παλτού μου ένα τσαλακωμένο κομμάτι χαρτί.

Ήταν ένα εισιτήριο σινεμά που μετρούσε μια βδομάδα ζωής. Ένα εισιτήριο μονάχο του. Από αυτά τα διπλά του σινεμά που τα φυλάω κειμήλια.

Η ταινία ήταν το single man. Ένας άνδρας μόνος. Ένα μονάχο εισιτήριο. Μέρος ενός ζεύγους εισιτηρίων. Και μου κάνει εντύπωση πως κατάφερε και έλειπε το δεύτερο.

Την πιάνεις τη σύμπτωση; Το παιχνίδι των εισιτηρίων με τη μοναδικότητα; το μαγικό παιχνίδι του ένα;

Από τις 8 Μαρτίου, τα εισιτήρια που κυκλοφορούν στον αστερισμό μου είναι αποκλειστικά και μόνο διπλά.


Wednesday, February 24, 2010

another hundred



...and another hundred people just got off of the train...

(όταν σε ξυπνάει ένας στίχος σαν απάντηση.)


Tuesday, February 23, 2010

search


Δεν έχω θέμα να σε ψάχνω μές στον κόσμο:
εκεί παίζει να σε βρω -
αλλά να σε ψάχνω μέσα σου, πάει πολύ:
εκεί χάνω από χέρι.


Tuesday, February 16, 2010

en rose



Ζω μια παράξενη ιστορία.
Και λέω να την αφήσω να είναι παράξενη
-για λίγο καιρό ακόμα-
γιατί παίρνει διαστάσεις συνωμοσίας.
Και ξεφεύγει απ' τα συνηθισμένα.


Thursday, February 11, 2010

Έρωτες


Βγήκαμε με τη Βάσια στους δρόμους. Μαζί τους. Τους ρωτήσαμε τί αγαπάνε σ' αυτή την πόλη, πώς αγαπάνε, γιατί αγαπάνε, τί θυμούνται και τί επιλέγουν να ξεχνούν. Ύστερα τους φωτογραφήσαμε στα αγαπημένα τους σημεία στην πόλη. Σε διαδρομές και μέρη που κάτι σημαίνουν για την προσωπική τους μυθολογία.

Μερικοί ήταν κουμπωμένοι, άλλοι χαλαροί. Κάποιοι φίλοι μας, κάποιοι μας έβλεπαν πρώτη φορά. Μας αφηγήθηκαν μικρές ιστορίες τους και κρυφές σκέψεις τους, έστειλαν ερωτικές επιστολές σε παλιές και νέες αγάπες τους, ένιωσαν αμηχανία και ικανοποίηση, μίλησαν με μελαγχολία και χιούμορ, όλοι ανεξαιρέτως όμως μοιράστηκαν μαζί μας την αγάπη τους για αυτή την πόλη που λέγεται Αθήνα.

Αύριο το πρωί, αν πέσει στα χέρια σου η ειδική έκδοση της Metropolis "'Ερωτες" ξεφύλλισε την: 20+ νέα πρόσωπα από αυτά που συναντάς και ερωτεύεσαι στους δρόμους της Αθήνας, έχουν να σου αφηγηθούν από μια δική τους ιστορία.