Γενικά τις βαριέμαι τις επετείους… ειδικά αυτές που προσπαθούν να αποδείξουν το αυταπόδεικτο: την ειλικρινή κι απόλυτη ευγνωμοσύνη
Hamlet says: Το Βαλς των Χαμένων Ονείρων / Ιδανικές Φωνές
Γενικά τις βαριέμαι τις επετείους… ειδικά αυτές που προσπαθούν να αποδείξουν το αυταπόδεικτο: την ειλικρινή κι απόλυτη ευγνωμοσύνη
Hamlet says: Το Βαλς των Χαμένων Ονείρων / Ιδανικές Φωνές
Τον τελευταίο καιρό δεν έχω όρεξη να γράψω τίποτα

Β: Καλημέρα σας.
Α: ....
Β: Ωραία μέρα...
Α: ...
Β: ...σας
Α: (Τα μάτια καρφωμένα στο κενό).
Β: Δε μιλάμε ούτε σήμερα; Καμία απάντηση ούτε σήμερα.
Α: (Το ίδιο)
Β: Σήμερα με λένε Αγάπη. Χτες με λέγανε Σοφία- λέω: δε μιλάει, ηλίθιος θα ναι... προχτές που με λέγανε Ελπίδα λέω εδώ μέσα τι να βρει και να μου πει.... Σήμερα με λένε Αγάπη. Πες γεια σου αγάπη...
Α: Αγάπη
Β: ΑΑΑΑ γεια σου... γεια σου αγάπη. Αγάπη εγώ, γειά σου εσύ
Α: Γειά σου...
Β: Γειά σου και σένα. Χαίρομαι που σε γνωρίζω...
Α: ...που σε γνωρίζω
Β: Που με γνωρίζεις χαίρεσαι. Όπως κι εγώ!
Α: Κι εγώ...
Β: Χα! Όλοι χαίρονται που γνωρίζουν την αγάπη. Κι η αγάπη το ίδιο. Είναι έννοια πολύ κοινωνική!

Η Αφροδίτη Μάνου είναι μεμονωμένη περίπτωση. Είναι η πιο ολοκληρωμένη γυναίκα τραγουδοποιός που πέρασε από τα μουσικά μας πράγματα. Όχι ότι δεν υπήρξαν κι άλλες. Υπήρξαν και πιθανότατα υπάρχουν. Η Μάνου όμως ήταν η μόνη που κατάφερε να είναι ευαίσθητη χωρίς να είναι εύθραυστη (ή μάλλον μπορούσε να γίνει κατά βούληση). Είχε τσαμπουκά και ακομπλεξάριστη θηλυκότητα. Δε δίσταζε να τα «ρίξει» σε ένα αρσενικό ή ακόμα και να γίνει μια παλιοκατίνα (η πιο σωστά να το απενοχοποιήσει δηλώνοντας το). Ήταν το άβγαλτο κορίτσι που είχε στην τελική το πάνω χέρι (κι όποτε δεν το είχε ήταν επιλογή της). Έδινε στον άντρα του 80 και του 90 την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να την κυνηγήσει, ενώ στην πραγματικότητα εκείνη οδηγούσε τα βήματα του. Έφτιαξε ένα δικό της σύμπαν στο οποίο η γυναίκα ήταν απόλυτη βασίλισσα σε αναζήτηση σχετικού (ή…και άσχετου) βασιλιά, κι αυτό όχι σε κάποιο μακρινό βασίλειο, αλλά στη σύγχρονη Αθήνα του καυσαερίου και των πολυκατοικιών.
Κειμενάκι που γράφτηκε για το αφιέρωμα στην αγαπημένη μου Αφροδίτη στον Ηριδανό. Το post-άρω (uncut) με αφορμή τη γνωριμία μου μαζί της χτες το απόγευμα για την επερχόμενη συναυλία στο Θέατρο Βράχων στις 9 Ιουλίου. Όμορφη, ζωντανή, ερωτική όπως πάντα, δεν έχει χάσει τίποτα (μα τίποτα) από τη λάμψη της. Επειδή το comeback της σε μια live σύμπραξη με τη Νατάσσα ήταν δική μου ιδέα ίσως δεν θα έπρεπε να το πω, όμως το λέω- σαν καθαρός ακροατής, όπως το είπα και παραπάνω: Μου είχε λείψει. Και χτες το κατάλαβα ακόμα περισσότερο. Αν άνθρωποι σαν την Αφροδίτη δε μας είχαν στερήσει την παρουσία τους σε εποχές δύσκολες για την ελληνική μουσική, τα πράγματα ίσως ήταν λίγο διαφορετικά.

Είναι ό, τι πιο χειροπιαστό έχουμε (όσο χειροπιαστή μπορεί να είναι μια προβολή στον τοίχο) πάνω στην ά-υλη υπόσταση του ονείρου (έστω του εφιάλτη). Όποιος πει ότι απλά αποδομεί εικόνες χωρίς ειρμό, είναι μάλλον από αυτούς που δε θυμούνται τα όνειρά τους 3 δευτερόλεπτα αφού ξυπνήσουν.
Συμπέρασμα: Μην πας να το καταλάβεις (παρόλο που σηκώνει πολλαπλές ερμηνείες από επίδοξους Ιωσήφ, Freud και Καζαμίες), πήγαινε να το νιώσεις, να εγκλωβιστείς μέσα του και με το τέλος της προβολής να το αποτινάξεις σαν ένα κακό όνειρο που πέρασε.
Η Tori Amos δεν έχει θαυμαστές. Έχει υπηκόους. Που συνδέονται μεταξύ τους με μια βαθύτατη μυστικιστική συγγένεια. Και είναι κι εξαιρετικά σωβινιστές. ....
....
....
....

Αφιερωμένη σε όσους θεωρούν την όπερα ξύλινη και στο δικό μου πάλι απ' έξω
Το δηλώνω ευθαρσώς και επισήμως.
Τα γαλλικά "Je t' aime" και "toujours" της Deneuve και του Castelnuovo είναι πιο αληθινά κι από αληθινά (κι ας μην κρατάνε ούτε ως το τέλος της ταινίας), και το πολύχρωμο Χερβούργο του Jacques Demy είναι έξω απ' την πόρτα μου.
Όσο για τις μελωδίες του Michel Legrand είναι τόσο ριζωμένες μέσα μου που μπορώ να τις ακούω ανά πάσα στιγμή (κι όχι μόνο επειδή κατέχω το soundtrack).
Λατρεμένο classic και δεν ακούω τίποτα.
Δείτε και δακρύστε ελέυθερα...

Ο πάνθηρας του Goro υποτάσσεται στο μεγαλείο της Jenny κι ο Giorgio Strehler εκτοξέυει το Brecht σε σφαίρες άπιαστες. Από αυτή την παράσταση κι έπειτα η Όπερα της Πεντάρας δεν ήταν ποτέ ξανά η ίδια. Ντοκουμέντο...





Βαριέμαι τα κλισέ,
Βαριέμαι τα κλισέ,
Βαριέμαι τα κλισέ,
Βαριέμαι τα κλισέ,
Βαριέμαι τα κλισέ,
Βαριέμαι τα κλισέ,
Βαριέμαι τα κλισέ,
Βαριέμαι τα κλισέ,
Βαριέμαι τα κλισέ,
Βαριέμαι τα κλισέ,
Βαριέμαι τα κλισέ,
Βαριέμαι τα κλισέ,
Βαριέμαι τα κλισέ,
Βαριέμαι τα κλισέ,
Βαριέμαι τα κλισέ,
Βαριέμαι τα κλισέ,
Βαριέμαι τα κλισέ,
Βαριέμαι τα κλισέ,
Βαριέμαι τα κλισέ,
Βαριέμαι τα κλισέ…
Κι ας ξέρω πως είναι η πιο κλισέ δήλωση της νέας εποχής

Δε μιλάμε για απλό κόλλημα:
ΥΓ: Ο λόγος για το «Τερραίν του Παραδείσου» της Μαρίας Βουμβάκη.




Κι είμαι αιχμάλωτος των αποθεμάτων μου

Π.χ.
Τα πέντε τελευταία λεπτά του 6 μας βρήκαν να προσπαθούμε να ρυθμίσουμε χρονικά ένα επερχόμενο πολυπόθητο ταξίδι.
Εκεί
Συνειδητοποίησα ότι έπρεπε στο 7 για πρώτη φορά να χωρέσουμε τις πρώτες προγραμματισμένες μας δουλειές κι ευθύνες, τα πρώτα πλάνα, σ’ αυτό που επιθυμούμε.
Θα τον φιλήσει άτσαλα στο μάγουλο πέφτοντας με φόρα πάνω του
-δυο φορές όπως απαιτεί το πρωτόκολλο-
Η επαφή των παγωμένων προσώπων θα ανατριχιάσει και τους δυο
κυρίως για το άτοπο της εγκαρδιότητας
Εκείνος είχε προβλέψει χειραψία
Εκείνη τίποτα
Εκείνος θα παίζει με ένα χαρτί καραμέλας για το λαιμό
Κι εκείνη με τα κλειδιά του αυτοκινήτου
Θα κοιτούν ο ένας αριστερά κι ο άλλος δεξιά


Πρώτη φορά που το αποφάσισα και sold out...
Πήρε και δεύτερη ημερομηνία και sold out
Στο Παρίσι δεν πάω! Αλλά και να το αποφάσιζα... sold out θα ήταν.
Προς το παρόν μια μικρή γεύση απ' την ιδιοφυία που λέγεται Rufus Wainwright



Το παν στη ζωή είναι το στυλ. Έχω καταλήξει. Το θέμα δεν είναι τι και γιατί το κάνεις. Το θέμα είναι το πώς. Τα σκοτεινότερα κίνητρα να έχεις, αν η ενσάρκωση του σκοπού έχει στυλ, το παιχνίδι έχει κερδηθεί. Σαφέστατα το στυλ δεν είναι ίδιον της ανθρώπινης φύσης. Η ουσία μας είναι χοντροκομμένη, κακόγουστη. Η πραγματικότητα μας είναι το πώς ξυπνάμε το πρωί: Κομμένοι, αναμαλλιασμένοι, με βαριά φωνή και ανυπάκουα μέλη. Η αφετηρία μας είναι αυτή. Και μετά έρχεται το στυλ. Ή η υπερβολή του. Τα πάντα πειθαρχούν στην εικόνα μας (ή την εικόνα των άλλων) και φτιάχνεται η προβολή μας στον κόσμο. Προσέχουμε τι φοράμε, πως κινούμαστε στο χώρο, τι σχολιάζουμε, μερικοί από μας τι τρώμε και πως τρώμε, πως αλληλεπιδρούμε με τους άλλους και όλα αυτά με μια επίφαση φυσικότητας. Σαν να γεννηθήκαμε σκηνοθετημένοι και ιλουστρασιόν. Ακόμα κι όταν τσαλακωνόμαστε προσπαθούμε να το κάνουμε με στιλ. Ανάλογα με τις αισθητικές καταβολές του ο καθένας, χαμηλώνουμε τα φώτα, κλειδώνουμε απ’ έξω τους άλλους «που δε μπορούν να καταλάβουν οι ανόητοι», κι αναπαράγουμε μεγάλες σκηνές από ταινίες ή θεατρικά με μουσική υπόκρουση που ποικίλλει από καψουροτράγουδα της πίστας μέχρι την Τραβιάτα του Verdi. Το μυστικό για να έχεις πάντα το σωστό στυλ είναι να φαντάζεσαι ανά πάσα στιγμή τον εαυτό σου σε αναμονή για φωτογράφηση περιοδικού. Το ποιο περιοδικό εξαρτάται πάλι από το τις αισθητικές σου καταβολές, από τη Vogue μέχρι το LIFE. Πόσα τεύχη μπορεί να πουλήσεις με τη ρουτίνα σου; Πόσο εναλλακτικά μπορείς να προμοτάρεις τη φάτσα σου; Σου είναι εύκολο να συμβαδίσεις με τα τρέχοντα trends σα να γεννήθηκες κατέχοντας τα; Ε τότε έχεις κερδίσει. Αυτή η εποχή διαμορφώθηκε για να βρεις εσύ το τέλειο περιβάλλον να λάμψεις. Οι υπόλοιποι έπονται.