Έρχονται στιγμές που ξυπνάς σε άλλη ζωή. Όλες οι γνωστές διαστάσεις του κόσμου μοιάζουν να έχουν ανταλλάξει μεταξύ τους αναλογίες προκειμένου να σε εμπαίξουν. Κι είναι τότε που νιώθεις πως οι γνώσεις κι η εμπειρία σου δεν έχουν κανένα νόημα, γιατί αν το σύμπαν το αποφάσιζε, θα μπορούσε να τα φέρει όλα σε μια στιγμή τούμπα και να σε πείσει πως έτσι ήταν εξαρχής κι εσύ ένας ηλίθιος που δεν μπορείς να πεις τα πράγματα με το όνομά τους ή να τα δεις όπως ακριβώς είναι. Κι εκεί που ξαπλώνεις ένα βράδυ σε μια τακτοποιημένη ζωή, ξυπνάς το επόμενο πρωί και τη βρίσκεις σκορπισμένη στο πάτωμα. Τότε την ξαναμαζεύεις μόνο και μόνο για να διαπιστώσεις πως δεν μπορείς να την ταξινομήσεις με τον τρόπο της χτεσινής μέρας. Κι αρχίζεις πάλι από την αρχή να αναζητάς τα όρια, τα σχήματα, τα μεγέθη, τις αλληλουχίες. Κι είναι αλήθεια: η ζωή αποτελείται όντως από συγκεκριμένα απλούστατα κομμάτια, τα οποία όμως δεν σταθεροποιούνται ποτέ. Το μπλε, το κόκκινο, ο κύκλος και το τρίγωνο, μπορεί να συμπέσουν, να ταυτιστούν, και προς στιγμήν να σε ξεγελάσουν, ποτέ όμως δε θα αλληλοπροσδιοριστούν οριστικά. Είναι από τη φύση τους συγγενικά κι ασύμβατα. Αν το κάνουν θα είναι μόνο για να παίξουν μαζί σου ή να σε τσεκάρουν‧ σαν εκείνα τα πειράματα με τους χιμπαντζήδες, που ο ερευνητής τους θέτει προβλήματα, όχι προς αναζήτηση μιας λύσης (είναι άλλωστε εξ' αρχής γνωστή κι αμελητέα για την έρευνα), αλλά προκειμένου να ανιχνεύσει τη νοημοσύνη τους. Κάπως έτσι μας χειρίζεται κι η ζωή μας: μας παρέχει εξ' αρχής και αφειδώς όλα τα δεδομένα, από το πρώτο ως το τελευταίο, όχι για να τα συνθέσουμε και να βρούμε κάποιο υποτιθέμενο νόημα, μα για να τσεκάρει τις ικανότητες μας στη διαχείριση, την ευφυΐα μας, πόσο ασφαλή είναι τα μεγάλα μυστήρια του σύμπαντος στα χέρια μιας απλοϊκής ύπαρξης με ασφαλείς προοπτικές εξέλιξης. Κι αν καμιά φορά καταφέρουμε μετά από κόπους κι αλλεπάλληλες προσπάθειες να βάλουμε τα πράγματα σε μια σειρά και πέσουμε ήρεμοι για ύπνο, το επόμενο πρωί ξαναβρίσκουμε τα κομμάτια στο πάτωμα, με άλλο σχήμα και μορφή, και κάθε φορά αρχίζουμε την επίλυση από την αρχή, προσδοκώντας την επιβράβευση, την αποδοχή, ένα ζαχαρωτό ή ένα χάδι, ή να μας αφήσουν τέλος πάντων στην ησυχία μας. Κι όμως τίποτα από τα παραπάνω δεν είναι ο βασικός λόγος: αυτό που μας σπρώχνει να πέφτουμε με τα μούτρα κάθε φορά σε μια μανιώδη ενασχόληση με την επίλυση των γρίφων της ζωής είναι μια έμφυτη αναζήτηση της αρμονίας. Μια ανάγκη κάποτε ο μπλε κύκλος και το κόκκινο τρίγωνο να παγιωθούν και να παραμείνουν έτσι από το βράδυ ως το επόμενο πρωί. Και αυτή, η τόσο απλή παραχώρηση -που στο φινάλε την κερδίσαμε- να είναι η άλλη ζωή‧ η οριστική.
Monday, August 29, 2011
Wednesday, August 10, 2011
Happy End
Το τσέχικο σινεμά της δεκαετίας του 60 είναι ένας φανταστικός παιδότοπος. Αν έχεις δει έστω και μια ταινία, γνωρίζεις ότι πρόκειται για ένα τελείως ιδιαίτερο είδος, το οποίο δεν έχει καμία σχέση με οποιαδήποτε άλλη αισθητική σχολή στην ιστορία του παγκόσμιου σινεμά. Σε μια εποχή που η Αμερική είχε ήδη στήσει τους μηχανισμούς μιας τεράστιας βιομηχανίας και η υπόλοιπη Ευρώπη εξερευνούσε τις καλλιτεχνικές και φιλοσοφικές προοπτικές της έβδομης Τέχνης, μια μικρή ανήσυχη χώρα αντιμετώπιζε τον κινηματογράφο ως ένα ανεξάντλητο πεδίο πειραματισμού και διασκέδασης. Με ταινίες ριζοσπαστικές και ξέφρενες, η τσέχικη πρωτοπορία των 60s μας έχει δώσει μερικές από τις πιο συναρπαστικές στιγμές του σινεφιλικού 20ου αιώνα, με μια φιλμική γλώσσα και πειραματικές τεχνικές που ακόμα και σήμερα θεωρούνται η κορωνίδα του αβανγκαρντισμού και χρησιμοποιούνται κατά κόρον τόσο στο εμπορικό σινεμά, όσο και στις πιο ερευνητικές και καλλιτεχνικές εκφάνσεις του.
Ένα από τα αμέτρητα παραδείγματα είναι και το Happy End (Stastny konec) του 1967. O Oldřich Lipský (γνωστός περισσότερο για τον Τζο το Λεμονάδα – την περίφημη μουσική παρωδία των Αμερικάνικων Γουέστερν) καταπιάνεται με μια μάλλον συνηθισμένη ιστορία ενός τυπικού εγκλήματος πάθους: προδομένος σύζυγος σκοτώνει τη γυναίκα του και τον εραστή της, οδηγείται στη φυλακή, καταδικάζεται σε θάνατο και τελικά εκτελείται με αποκεφαλισμό. Η πρωτοτυπία του πονήματος του Lipsky έγκειται στο ότι η ταινία ξεκινάει ακριβώς εκεί: τη στιγμή που το κεφάλι του ενόχου αποκόπτεται από το σώμα του και κυλάει στο έδαφος. Από εκεί κι έπειτα το φιλμ αρχίζει να προβάλλεται... ανάποδα, καρέ – καρέ (κοντά 30 χρόνια πριν από τον Christopher Nolan και το Memento ή το Irreversible του Gaspar Noé που μας είχαν αφήσει με το στόμα ανοιχτό). Η ιστορία λοιπόν του χασάπη Bedrich Frydrych, της ζωηρής Julia και του κομψευόμενου Ptacek, παίζεται μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας αντεστραμμένη, από το τέλος προς στην αρχή, από την εκτέλεση, ως την πρώτη γνωριμία. Ακόμα κι οι διάλογοι προβάλλονται με αντίθετη φορά και ξεκαρδιστικά σουρεαλιστικά αποτελέσματα, μιας και το νόημα που βγαίνει –γιατί βγαίνει- οδηγεί τη λογική του θεατή σε απροσδόκητα μονοπάτια. Ο δαιμόνιος Lipský όμως δεν αρκείται στις περιπλοκές που φέρνει αυτή η εκούσια - ωστόσο φυσική - ανακατωσούρα. Ενώ η ταινία τρέχει, προσθέτει μια voice over αφήγηση του δολοφόνου, σε κανονικό χρόνο, υπαγορεύοντας παράλληλα μια δεύτερη απίθανη πλοκή από τα αντεστραμμένα καρέ (φέρνοντάς μας στο νου το αντίστοιχο, εξίσου αναρχικό, εύρημα του Woody Allen στο What’s up Tiger Lilly.) Με άλλα λόγια δημιουργεί μια αντιστικτική σχέση ανάμεσα σε όσα βλέπουν τα μάτια μας, όσα ακούν τα αφτιά μας κι όσα υπαγορεύει η λογική μας.
Ως εκ τούτου έχουμε μια απόλυτα σουρεαλιστική κωμωδία, η οποία όμως έχει μια απόλυτη λογική συνέχεια μέσα στο ιδιαίτερο, αυτοδιαχειριζόμενο σύμπαν της. Ο Lipský μέσα από αυτόν τον ανάποδο κόσμο βρίσκει την ευκαιρία να σατιρίσει έννοιες όπως ο Θεός, η πίστη, ο έρωτας κι η ανθρώπινη δικαιοσύνη. Το βασικότερο κατόρθωμά του όμως είναι η επιβολή του παντοδύναμου σκηνοθέτη πάνω στην εικόνα καθώς και η επισήμανση των ελαστικών ορίων αυτού που θεωρείται κινηματογραφική πραγματικότητα. Αυτό που μας αποδεικνύει το Happy End στην ουσία, είναι ότι το σινεμά δεν είναι παρά μια σειρά από κινούμενες εικόνες, που μπορούν να σημαίνουν τα πάντα και τίποτα την ίδια στιγμή. Δεν είναι παρά ένα παιχνίδι του μυαλού, μια σύμβαση, στην οποία ο ιδανικός θεατής είναι διατεθειμένος να δεχτεί οτιδήποτε, αρκεί να τον παρασύρει σε έναν κόσμο έξω από αυτόν που θεωρεί κανονικό.
Κι αξίζει να παρακολουθήσεις το Happy End, αν όχι για το εγγυημένο γέλιο, τότε γι’ αυτήν ακριβώς την πρωτόγνωρη αίσθηση ελευθερίας που σου υπόσχεται.
(Ακολουθεί ολόκληρη η ταινία με αγγλικούς υπότιτλους:)
Monday, July 11, 2011
Αριστοφάνους 11
Ξεκινάω απ’ αυτό – παρόλο που για λόγους εντυπώσεων θα έπρεπε να το αφήσω για το τέλος: Το Αριστοφάνους 11 του Σταμάτη Κραουνάκη και της Σπείρας είναι μια εργασία υψηλού επιπέδου. Όταν λέμε υψηλού επιπέδου εννοούμε μια παράσταση, η οποία κατά την ταπεινή άποψη του γράφοντος, κατοχυρώνει επάξια τη θέση της ανάμεσα στις σημαντικότερες στιγμές της Αριστοφανικής παραστασιογραφίας. Κι όσο τραβηγμένο κι αν ακούγεται αυτό, προσωπικά το τοποθετώ –ξαναλέω στη δική μου αξιακή βάση δεδομένων- πλάι στους Όρνιθες του Κουν και τη Λυσιστράτη του Σολομού, παρόλο που πρόκειται για σύνθεση αποσπασμάτων και όχι ανέβασμα μιας ολόκληρης κωμωδίας. Κι ας φαίνεται αυθαίρετο, το καταθέτω τώρα για να μπορεί να το επικαλεστεί και να μου το καταλογίσει ο οποιοσδήποτε στο μέλλον. (Αν έχουμε, που το εύχομαι και το ελπίζω, την τύχη να ξαναδούμε πάλι τη συγκεκριμένη παράσταση).
Κι αφού έγιναν οι μεγάλες δηλώσεις, εξηγούμαι: ο Κραουνάκης με μόχθο, γνώση, αισθητική και κεραίες στραμμένες στο παρόν, με απόλυτο σεβασμό ένιωσε τους διαχρονικούς κραδασμούς του Αριστοφάνη και βρήκε τη σχέση τους με το σήμερα με τρόπο αδιαμφισβήτητο: μια σχέση όχι εκβιασμένη, ούτε αυθαίρετη, όπως έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε στα αριστοφανικά ανεβάσματα, αλλά αφοπλιστική, ουσιαστική και καίρια. Με ελάχιστες σύγχρονες παρεμβάσεις, άφησε τις αντιστοιχίες να μιλήσουν από μόνες τους και με μοναδικά εργαλεία τη δουλειά, το ταλέντο των υποκριτών και την αυθόρμητη συγκίνηση κατάφερε να μας παρασύρει.
Η συγκίνηση που επικαλέστηκα είναι νομίζω η λέξη κλειδί. Θα μου πεις συγκινήθηκες στον Αριστοφάνη; αυτός δεν είναι ο ξεκαρδιστικός δαιμόνιος πρωτοπόρος ποιητής της σάτιρας; αυτός που δεν άφηνε κανέναν σε χλωρό κλαρί και γέμιζε τις κωμωδίες του με χοντροκομμένες βωμολοχίες και κραυγαλέα gags; Αφού βγάλω άλλη μια φορά το καπέλο στον Κραουνάκη, θα σου απαντήσω ότι μιλάμε για τον ίδιο ποιητή και μάλιστα την πιο αυθεντική του έκδοση, χωρίς ίχνος εκλέπτυνσης της διαβόητης τραχύτητας του ύφους του. Ο Κραουνάκης όμως με τη μαεστρία ενός ανθρώπου που κατέχει το αντικείμενό του, κατόρθωσε να χειριστεί την άκρατη κωμικότητα με την ειλικρινή αγάπη και στοργή μιας συγγενικής σχέσης, ακολουθώντας τη μελωδική Οδό του Μάνου Χατζιδάκι ή του Γιάννη Χρήστου. Το αποτέλεσμα έβριθε από μια άκρατη τρυφερότητα, που μου έφερε στο μυαλό τον Τσέχοφ και τη σχέση με το υλικό του. Κι αν σου φαίνεται άσχετος ο συσχετισμός να σου πω ότι κωμωδία από συγκινητικό πρίσμα και τραγωδία από κωμικό είναι η πεμπτουσία της τέχνης, κι όσο πιο κοντά μπορείς να φέρεις ένα έργο στην πραγματικότητα.
Άλλος ένας λόγος για τον οποίο χρωστάω χάρη στον Κραουνάκη είναι για την απενοχοποίηση του αισθήματος. Χτες με έπιασα σε τρεις (καταγεγραμμένες) στιγμές να βουρκώνω πραγματικά και μάλιστα με αφορμές που δε θα πίστευα ποτέ ότι θα μπορούσαν να με τουμπάρουν. Κι όμως το κατάφερε. Ήταν τόση η αλήθεια και η ένταση, που δε δίστασα ακόμα και να δηλώσω ότι η συγκίνηση που ένιωσα είχε χρώμα εθνικό. Ήταν η τσακισμένη Ελλάδα της υπέροχης Αγλαΐας Παππά, η αυθεντική Παράβαση του ίδιου του φλεγόμενου συνθέτη, το απουσιολόγιο των νησιών και των ποιητών, η ενότητα των πληγωμένων κατοίκων αυτού του γεωγραφικού σημείου, που τελικά ναι, ενώνεται από κάτι περισσότερο από μια τυχαία χωροχρονική σύμπτωση.
Δυστυχώς είχα την ατυχία να παρακολουθήσω την τελευταία παράσταση του Αριστοφάνους 11 στον Ελληνικό Κόσμο, οπότε δε μπορώ να σε προτρέψω να τρέξεις να το δεις. Εύχομαι κι ελπίζω να βρεθεί τρόπος η παράσταση να συνεχίσει την πορεία της ή να αποτυπωθεί με κάποιο τρόπο, γιατί νιώθω πως είναι επιτακτική ανάγκη να έρθουν σε επαφή μαζί της όσο περισσότεροι θεατές γίνεται. Μιλάμε για ένα αυθεντικά πολιτικό θέαμα, ξεκάθαρα διεθνές, μια θέση απέναντι στα πράγματα και μια επαναστατική κίνηση. Το Αριστοφάνους 11 δεν ένιωσα απλώς να επισημαίνει, ή να συσχετίζει. Δεν κουνούσε το δάκτυλο με διδακτισμό, ούτε μεμψιμοιρούσε. Έχω την αίσθηση πως πήγαινε ένα βήμα παραπέρα. Πρότεινε: ενότητα, αδερφοσύνη, κοινό μέτωπο ενάντια στον κοινό εχθρό. Υπερβολές θα μου πεις. Μπορεί, θα σου απαντήσω. Ξαναλέω ότι πρόκειται για προσωπική άποψη κι όχι για κριτική. Κι αν έχει κάποια αξία η μαρτυρία ενός από τους τόσους θεατές, ένιωσα ότι γίνομαι μάρτυρας μιας σπουδαίας δουλειάς ενός μεγάλου δασκάλου. Και δε μου συμβαίνει συχνά τα τελευταία χρόνια. Κι έφυγα γεμάτος, σκεφτικός και κάπως πιο ώριμος. Α! Και αισιόδοξος. Πάνω απ’ όλα αυτό το τελευταίο.
Monday, July 04, 2011
Live!
Σταθερό ραντεβού, τρία χρόνια τώρα. Έτσι κλείνει το καλοκαίρι κάθε χρονιάς κι είναι για μας κάτι σαν απολογισμός του μικρού μας σύμπαντος: τί έγινε το χρόνο που πέρασε, τί μας έμεινε, τί μας συγκίνησε, τι επιλέγουμε να αφήσουμε πίσω. Αν γυρίσουμε το βλέμμα στα τρία προηγούμενα καλοκαίρια, οι συναυλίες στην Τεχνόπολη είναι κομβικές στιγμές για το Θέμη, τη Νατάσσα κι εμένα (για τη μεταξύ μας σχέση και τον καθένα ξεχωριστά). Θα μπορούσε κάποιος να πει πως είναι ο προσωπικός μας εξαγνιστικός χορός. Εκεί εξορκίζουμε τα παλιά μας δαιμόνια κι εκεί προσκαλούμε καινούργια. Πέρα απ’ αυτό όμως είναι και μια γιορτή που κάνουμε για τους παλιούς και νέους φίλους μας – για να μετρηθούμε μεταξύ μας, να τους δούμε και να μας δούνε, να τους μιλήσουμε και να μας μιλήσουν, να μπλεχτούμε ανάμεσά τους και να ανταλλάξουμε ενέργεια – αυτή που τόσο μας χρειάζεται για τα επόμενα.
Το φετινό live στο Γκάζι έχει για τους τρεις μας ένα ιδιαίτερο συναισθηματικό βάρος. Είναι μια αυλαία μιας ολόκληρης εποχής. Η «Εποχή της Μνήμης» - όπως κωδικά την αναφέρουμε μεταξύ μας, που μας οδήγησε με το φως της 2 χρόνια κοντά τώρα, φτάνει στο τέλος για να αφήσει χώρο σε μια νέα εποχή. Ο κόσμος των «διπλών εισιτηρίων»: της νοσταλγίας, του σινεμά, της μουσικής και των ερώτων άλλων εποχών, που θα αποτελεί πάντα σημείο αναφοράς και καταφύγιο για μας, κλείνεται με αγάπη και ασφάλεια σε ένα κουτί. Από δω και πέρα θα επισκεπτόμαστε αυτή την εποχή σαν ταξιδιώτες που επιστρέφουν πότε – πότε για λίγο σε μια παλιά πατρίδα, πριν ξεκινήσουν και πάλι για τα νέα τους ταξίδια. Η εποχή που ανατέλλει θα έχει άλλη αλήθεια, άλλο φως, άλλη γλώσσα και θρησκεία. Στο επίκεντρο έρχεται η κινητήρια δύναμη του ανθρώπου: η αναζήτηση της ταυτότητας. Αυτή που ακόμα και στα 30 μας, είναι ρευστή και κυλάει ανάμεσα στις ρωγμές του κόσμου. Όμως έχουμε καιρό να μιλήσουμε γι’ αυτά στο μέλλον.
Για την αυριανή συναυλία, δεν επιλέξαμε την εσωστρέφεια ενός «αντίο», γνωρίζοντας ότι κύκλος που κλείνει δεν είναι κύκλος που χάνεται. Αντίθετα αποφασίσαμε να το γιορτάσουμε με εκπλήξεις, νέες αναγνώσεις, αναθεωρήσεις και ηλεκτρική ενέργεια. Σκεφτήκαμε το παλιό υλικό, λίγο πριν αποχωρήσει από το προσκήνιο να κλείσει το μάτι στην αίσθηση του νέου, να φορέσει για λίγο τα ρούχα του, να νιώσει την αύρα του. Κι έτσι στήσαμε επί σκηνής μια παράσταση εξωστρεφή, αισιόδοξη, ζωντανή. Γιατί αν κάτι πρέπει να διατηρηθεί σε εποχές δύσκολες όπως αυτή που διανύουμε, αυτό είναι η αισιοδοξία. Κι η προσμονή για κάτι νέο. Κάτι που θα γεννηθεί μέσα από την ωριμότητα του παλιού.
Λίγες ώρες έμειναν. Μια τελευταία πρόβα σε λίγο για μας, οι τελευταίες διορθώσεις και ρυθμίσεις κι είμαστε έτοιμοι για αύριο. Νομίζω οι πιστοί πια μας ξέρετε. Ξέρετε ότι πάντα κάθε παράσταση έχει κρυμμένα μηνύματα με πολλούς και διαφορετικούς παραλήπτες‧ αναζητήστε το δικό σας – αν πιστεύετε πως υπάρχει και γιορτάστε ακόμα μια φορά μαζί μας. Οι καινούργιοι καλώς να μας ορίσετε. Κανείς δεν είπε πως το «αντίο» κάποιου, δε μπορεί να είναι το «χαίρω πολύ» κάποιου άλλου. Ραντεβού αύριο βράδυ.
[Νατάσσα Μποφίλιου Live - Τρίτη 5/7/11 - Τεχνόπολις, Γκάζι - ώρα έναρξης 21.30 - Εισιτήρια: προπώληση 10€ (Metropolis, Public& Τεχνόπολις) ταμείο 15€ ]
[Νατάσσα Μποφίλιου Live - Τρίτη 5/7/11 - Τεχνόπολις, Γκάζι - ώρα έναρξης 21.30 - Εισιτήρια: προπώληση 10€ (Metropolis, Public& Τεχνόπολις) ταμείο 15€ ]
Tuesday, June 28, 2011
Υιτρίδα*
Ο Πατέρας πάντα εκτελεί τον Υιό. Για τα δικά του λάθη. Ο Υιός είναι η αγνότητα που καλείται να εξαλείψει τη διαφθορά του κόσμου, όταν ο κόσμος εκτροχιάζεται. Ο Υιός για τον Πατέρα είναι ο κυκλώνας της ανανέωσης, το σφουγγάρι της διόρθωσης, Το νερό του κατακλυσμού, το θειάφι των Σοδόμων. Είναι η νέα κι άκαυτη δύναμη που σβήνει μια και καλή λάθη κι αμαρτίες του παρελθόντος. Ο Πατέρας έχει δικαίωμα να εκτελεί. Δίνει ζωή -παίρνει ζωή. Το ενδιάμεσο δικαιωματικά του ανήκει και το χρησιμοποιεί κατά βούληση.
Ο Υιός δε σκοτώνει ποτέ τον Πατέρα. Είναι βαρύ αμάρτημα. Είναι σαν να ξεριζώνει τις ρίζες του. Σαν να στρέφεται ενάντια στην προέλευση του. Ο Υιός απλώς υπακούει, πράττει, κουβαλάει, επιδιορθώνει, θυσιάζεται. Αν ποτέ τύχει και εναντιωθεί στον Πατέρα βγαίνει χαμένος, εκδιώκεται, τιμωρείται. Τις ελάχιστες φορές που Υιός εκτελεί Πατέρα (μια λοξή ματιά στον οίκο των Λαβδακιδών), αυτό γίνεται εν αγνοία του κι όταν η ειδεχθής αλήθεια αποκαλύπτεται, ο ένοχος πληρώνει το έγκλημά του. Και βρισκόμαστε στα ίδια: ακόμη και μετά θάνατον ο Πατέρας μπορεί και εκτελεί τον Υιό. Έτσι δουλεύει η φύση. Κάποιος περίεργος αρχαίος νόμος το όρισε έτσι και δε γίνεται –κατά πως φαίνεται - να αλλάξει.
Έτσι κι η γη του Πατέρα χρησιμοποιεί τον Υιό για να διορθώσει τις παραφωνίες που τη βαραίνουν. Αυτός, ο Νέος, καλείται να νικήσει την αναπόφευκτη φθορά του χρόνου, την κούραση της αρχέγονης γης. Το νέο αίμα θα ποτίσει το κουρασμένο χώμα κι η Πατρίδα θα συνεχίσει να υφίσταται. Η ομορφιά, τα νιάτα, η δύναμη –σωματική και πνευματική- θα αναγεννήσουν το άνυδρο τοπίο. Κι ο Πατέρας θα φροντίσει η γη να αποδώσει καρπούς, να θρέψει τον γιο, να τον ποτίσει, να τον ζήσει. Θα φροντίσει να κρατά ζωντανή την εμπιστοσύνη του απόγονου στη θεία χάρη και την ευσπλαχνία του Πατέρα, έτσι που να μην περάσει ποτέ από το νου του να νιώσει αυτή τη γη πραγματικά δική του. Να μην την διεκδικήσει. Να μην την διοικήσει. Να μην την φέρει στα δικά του τα μέτρα. Θα πρέπει να παραμείνει περαστικός, φιλοξενούμενος, εργάτης της. Αυτή η γη δε θα πάρει ποτέ το όνομά του, αντίθετα αυτός θα πάρει το δικό της. Θα γίνει κι ο ίδιος Πατέρας – αντάξιος κάτοικος της Πατρίδας. Και τότε ο παλιός Πατέρας μπορεί να αποσυρθεί ήσυχος: διαφύλαξε την ύπαρξη του στο χρόνο. Το όνομα του δε χάθηκε. Το φόρτωσε στον Υιό κι είναι πια σίγουρος πως εκείνος θα φροντίσει να το κληροδοτήσει και στο δικό του Υιό, τον μακρινό εαυτό του. Κι η Πατρίδα θα παραμείνει Γη του Πατέρα, του πρώτου εκείνου Πατέρα, που δεν γνώρισε κανείς κι ας φέρουν όλοι μέχρι τέλους το όνομά του.
Κι η Πατρίδα δε θα αλλάξει ποτέ. Θα είναι η ίδια κυκλική διαδρομή στο άπειρο. Θα πεθαίνει και θα γεννιέται ανά γενιά κουβαλώντας το ίδιο όνομα. Και πάντα θα τρώει τα παιδιά της. Μέχρι που κάποια μέρα, μια γενιά απ’ αυτά τα παιδιά, κουρασμένη και διαψευσμένη, όταν δε θα έχει να χάσει τίποτα, θα πάρει την κατάσταση στα χέρια της και θ’ αποφασίσει να κάνει τη Γη πραγματικά δική της, πατρίδα της νέας εποχής, με το προπατορικό αμάρτημα διαγραμμένο και τα λάθη του παρελθόντος να βαραίνουν μονάχα τους ενόχους. Κι όταν συμβεί αυτό μια νέα Γη θα έχει γεννηθεί, χωρίς λάθη προς διόρθωση, χωρίς αμαρτίες προς συγχώρεση, χωρίς υποχρεώσεις προς εκπλήρωση. Κι η νέα Γη θα φέρει το όνομα των νόμιμων κατοίκων της: των Νέων. Κι αυτοί θα γεννήσουν τη νέα Εποχή. Κι η Νέα εποχή θα ναι βραχύβια, γιατί σύντομα θα τη διαδεχτεί μια άλλη Νέα εποχή. Κι οι εποχές, πραγματικά νέες, θα διαδέχονται η μία την άλλη. Και κάθε γενιά θα είναι αποκλειστικά και μόνο υπεύθυνη για τα σωστά και τα λάθη που της αντιστοιχούν.
*όρος δανεισμένος από τον Υπερ - Ατλαντικό του Βίτολντ Γκομπρόβιτς.
Saturday, June 25, 2011
Lysistrata, Darling
ΦΩΝΗ Α: Η Πατρίδα σε χρειάζεται.
ΦΩΝΗ Β: Η Πατρίδα ΜΑΣ χρειάζεται.
(Δυνατό χειροκρότημα)
Melina Mercouri - Opening (Lysistrata) by jirashimosu
Θα μπορούσε να είναι απλώς ένα απόσπασμα από την καθημερινότητα της Μελίνας Μερκούρη. Σκέφτομαι πόσες φορές θα είχε έρθει αντιμέτωπη με αυτή τη στιχομυθία στη ζωή της, ανάμεσα στις μετακινήσεις της από την Αθήνα στο Παρίσι κι από εκεί στη Νέα Υόρκη. Πόσες φορές θα σήκωσε βλέμμα κι ανάστημα, προκαλώντας αποφασιστικά κάποιον να την ακολουθήσει στον αγώνα της για την επίτευξη ενός σκοπού, επικαλούμενη ενότητα και σύμπνοια, εμπνέοντας σιγουριά κι εμπιστοσύνη.
Θα μπορούσε όμως, εξίσου άνετα, να είναι κι η αρχή της εξαγγελίας μια άλλης Αθηναίας, κάποιες χιλιάδες χρόνια πίσω. Μιας γυναίκας που πιθανότατα να λεγόταν Λυσιστράτη και που θα προσπαθούσε να παρασύρει το ίδιο αποφασιστικά τους συμπολίτες της σε έναν αγώνα όχι και τόσο διαφορετικό από αυτό της Μελίνας. Και με φλόγα στην ψυχή όχι μικρότερη.
Πέρα από τη μεταφυσική συγγενική τους σχέση κι αυτή τη μικρή στιχομυθία, τις δυο γυναίκες - την πραγματική Μελίνα και τη φανταστική Λυσιστράτη, τις ενώνει μια όχι και τόσο γνωστή -και δυστυχώς ούτε ιδιαίτερα ευτυχής- πραγματική συνάντηση, αρκετά χρόνια πίσω.
Ήταν το 1972 όταν εξόριστη ακόμα λόγω της δικτατορίας και μόλις πέντε χρόνια μετά την αίσθηση που είχε προκαλέσει το μιούζικαλ Illya Darling στο κοινό του Broadway, αποφασίζει να επιστρέψει στη Νέα Υόρκη, με μια διασκευή της αριστοφανικής Λυσιστράτης, σε σύγχρονο μιούζικαλ. Η σκηνοθεσία ανήκει στο Μιχάλη Κακογιάννη (αυτοεξόριστος κι ο ίδιος) και η μουσική στον Αμερικάνο ηθοποιό και συνθέτη Peter Link (υποψήφιο δυο φορές για βραβείο Tony, χωρίς ωστόσο κάποιο σοβαρό μιούζικαλ στις αποσκευές του – με την εξαίρεση μιας off Broadway μάλλον μέτριας απόπειρας με τίτλο Salvation).
Ο Κακογιάννης, βρίσκει στο εξωστρεφές φιλειρηνικό πνεύμα του έργου αρκετά επίκαιρα στοιχεία και μεταθέτει στρατηγικά την δράση στην εποχή του ψυχρού πολέμου, κάνοντας σαφείς αναφορές στο Βιετνάμ, παρόλο που στη συνέντευξη τύπου μιλάει για ένα αχρονικό ανέβασμα. Η Μελίνα εκφράζεται πιο ανοιχτά, δηλώνοντας ότι μπορεί με μια πρώτη ματιά να φαίνεται πως αναφέρεται στον πόλεμο του Βιετνάμ, στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για ένα έργο που στρέφεται ενάντια στον πόλεμο γενικά, τοποθετώντας το δικό της συναισθηματικό πεδίο δράσης (που αλλού;) στη σύγχρονη Ελλάδα και στην πολιτική κατάσταση που την κρατάει μακριά. Σκηνοθέτης και πρωταγωνίστρια δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους, χωρίς όμως να καταφέρουν να μείνουν ικανοποιημένοι κι οι ίδιοι από το τελικό αποτέλεσμα. Ο ίδιος ο Κακογιάννης μάλιστα, χρόνια μετά, αποκαλύπτει ότι αν περνούσε από το χέρι του δεν θα προχωρούσε ποτέ στην πρεμιέρα.
Η παράσταση τελικά ανεβαίνει στο Brooks Attkinson Theater στις 13 Νοεμβρίου 1972. Οι 35 προπαραστάσεις είναι από νωρίς sold out, καθώς το κοινό του Broadway, σπεύδει να θαυμάσει και πάλι από κοντά τη μοιραία Illya του «Ποτέ την Κυριακή». Το New York Magazine ανακοινώνει την επιστροφή της Μερκούρη ως το comeback της «Ελληνίδας Dietrich» κι οι προσδοκίες όλων είναι κάτι παραπάνω από υψηλές. Τα δεδομένα μιλούν για μια επιτυχία αντάξια της πληθωρικής πρωταγωνίστριας και της γοητείας που ασκεί η προσωπικότητα της, ακόμα και σε ένα κοινό που τη γνωρίζει μόνο ως το κορίτσι που τραγουδάει τα «Παιδιά του Πειραιά».
Δυστυχώς οι προβλέψεις διαψεύδονται από τις πρώτες κιόλας παραστάσεις κι η Λυσιστράτη, από τον Όλυμπο βρίσκεται στα Τάρταρα. Είναι από τις σπάνιες φορές που κοινό και επίσημη κριτική ταυτίζονται απόλυτα. Η παράσταση συγκεντρώνει στην καλύτερη περίπτωση χλιαρές κριτικές (λόγω σκηνικής λάμψης της Μερκούρη) και στη χειρότερη καταβαραθρώνεται ως θέαμα ασυνάρτητο, γκροτέσκο και εκτός της αμερικάνικης κουλτούρας. Η παράσταση κατεβάζει αυλαία ύστερα από 8 μόλις παραστάσεις, εξασφαλίζοντας μια θέση ανάμεσα στα θρυλικά flops του Broadway.
Μια ενδεικτική κριτική της εποχής αποτυπώνει το γενικότερο κλίμα: «Η σχετικότητα είναι λέξη κλειδί στο σύγχρονο Θέατρο. Το θέμα με το κλασικό Θέατρο είναι πως θα είναι πάντα σχετικό, όσο υπάρχουν άνθρωποι να το δούν και να το ακούσουν. Δε χρειάζεται να γίνει σχετικό με μικρές νύξεις για τον Νίξον, η αγγλοσαξονικές αναφορές σε σύγχρονες αγοραίες λέξεις (η λέξη sex είχε αντικατασταθεί από τη λέξη fuck) , ή άμεσες αναφορές στο σιδηρούν παραπέτασμα. Και είναι αυτή ακριβώς η υπερβολή στη διασκευή που υπονομεύει αυτή τη Λυσιστράτη και τα όσα καλά στοιχεία πιθανώς διαθέτει. Η Μελίνα Μερκούρη, μια πληθωρική Αθηναία παίζει μια άλλη πληθωρική Αθηναία 2500 ετών. Υπάρχουν κάποια ζωηρά τραγούδια του Peter Link και ορισμένες διασκεδαστικές στιγμές μεταξύ ανδρικού και γυναικείου χορού, όμως η κυρία Μερκούρη δε μπορεί να τραγουδήσει και η βαριά της προφορά, καθιστά δύσκολη την κατανόηση του κειμένου και την επικοινωνία της με τον υπόλοιπο θίασο. Ο διασκευαστής και σκηνοθέτης, Μιχάλης Κακογιάννης δεν έχει κανένα στιλ ή άποψη πάνω στο έργο και τη σχέση των δύο φύλων. Ο Αριστοφάνης το έκανε πρώτος και καλύτερα...»
Η μουσική του Link είναι όντως εξωστρεφής, αν και κάπως αμήχανη, εκτός αριστοφανικού πνεύματος, αλλά και μακριά από κάθε απόχρωση ουσιαστικής εκσυγχρόνισης, παρόλο που εντοπίζονται ξεκάθαρες επιρροές από τη hippie/rock κουλτούρα που έχει εισάγει 5 χρόνια πριν το θρυλικό Hair και σάρωσε τα πάντα στο Broadway. Παρά την χλιαρή μουσική όμως και την αμφιλεγόμενη σκηνοθεσία, η Μελίνα βρίσκει στο πρόσωπο της Λυσιστράτης ένα εξαιρετικό όχημα για να εξαγγείλει με πάθος την ανάγκη της για ελευθερία, να καταγγείλει τα ολοκληρωτικά καθεστώτα και ευθέως τη δικτατορία της χώρας της. Θα έλεγε κανείς ότι προσαρμόζει την ηρωίδα στη σαρωτική εικόνα της Μαχόμενης Ελληνίδας Μελίνας, πλάθοντας ταυτόχρονα μια περσόνα πολύ κοντά στην Illya που είχε γοητεύσει πριν χρόνια το αμερικανικό κοινό. Με άλλα λόγια η πραγματική παράσταση παίζεται ανεξάρτητα από τη σκηνή, με μια φλεγόμενη Μελίνα να απευθύνει τους επαναστατικούς λόγους της Λυσιστράτης στην πλατεία, και πέρα απ’ αυτήν: σε ολόκληρο τον κόσμο. Κάποιος που είχε γνώση της τότε πολιτικής κατάστασης της Ελλάδας και μπορούσε να εντοπίσει τη διακειμενικότητα στα λόγια της, θα καταλάβαινε ακριβώς το μέγεθος της κίνησης της Μελίνας και τη μεταθεατρική αλήθεια της συγκεκριμένης Λυσιστράτης. Δυστυχώς όμως, το κοινό του Broadway, που ελάχιστη διάθεση έχει για πολιτική (τουλάχιστον σε άμεση αναμέτρηση), και προτιμά την καθαρόαιμη ψυχαγωγία, θεωρεί υπερβολική την μάλλον εξωτική για τα γούστα του Λυσιστράτη και της γυρίζει επιδεικτικά την πλάτη.
Η αποτυχία της παράστασης έχει ως αποτέλεσμα η Μερκούρη να εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια για διεθνή καριέρα, τουλάχιστον στο Broadway, και με το τέλος της δικτατορίας επιστρέφει στην Ελλάδα, όπου επικεντρώνεται στην εγχώρια καριέρα της. Πρώτη της παράσταση μετά την επιστροφή της είναι η θρυλική πια "Όπερα της Πεντάρας" των Brecht και Weill σε σκηνοθεσία Jules Dassin στο θέατρο Κάππα.
Η αποτυχία της παράστασης έχει ως αποτέλεσμα η Μερκούρη να εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια για διεθνή καριέρα, τουλάχιστον στο Broadway, και με το τέλος της δικτατορίας επιστρέφει στην Ελλάδα, όπου επικεντρώνεται στην εγχώρια καριέρα της. Πρώτη της παράσταση μετά την επιστροφή της είναι η θρυλική πια "Όπερα της Πεντάρας" των Brecht και Weill σε σκηνοθεσία Jules Dassin στο θέατρο Κάππα.
Ο Μιχάλης Κακογιάννης, 23 χρόνια μετά το πρώτο εκείνο βραχύβιο ανέβασμα, το 2005, αναμετριέται και πάλι με τη Λυσιστράτη παρουσιάζοντάς την στο Μέγαρο Μουσικής σε μορφή καμπαρέ με τους Ρουμάνους Maia Morgenstern και Vladimir Ivanov να ερμηνεύουν όλους τους γυναικείους και ανδρικούς ρόλους αντίστοιχα. Χρησιμοποιεί και πάλι τη μουσική του Link, αφήνοντας όμως πίσω την εξωστρέφεια του Broadway, ενώ στρέφεται στους πιο εσωτερικούς δρόμους του επικού θεάτρου. Η Λυσιστράτη του βρίσκει τότε την ιδανική ενσάρκωση της στη σκοτεινή καπνισμένη παράδοση του μπρεχτικού καμπαρέ κι έτσι καταφέρνει να αναδείξει το λεπτό σαρκασμό και την καυστική της διαχρονικότητα, όπως επιθυμούσε αρχικά ο σκηνοθέτης της.
Κάπου στο χρόνο όμως, αρκετά χρόνια πίσω, θα βρίσκεται πάντα χαμένη –κι ίσως άδικα ξεχασμένη- εκείνη η πρώτη συνάντηση της Μελίνας με τη δαιμόνια Αθηναία του 5ου αι π.Χ. Μια συνάντηση που διήρκεσε λίγες μέρες αλλά ήταν σαν να ήταν προγραμματισμένη να συμβεί από την αρχή του κόσμου.
Ακολουθεί ένα ακόμα σύντομο απόσπασμα από τη Λυσιστράτη της Μελίνας:
Melina Mercouri - Lysistrata by jirashimosu
Melina Mercouri - Lysistrata by jirashimosu
Friday, June 10, 2011
Μεδίνα
Ταξιδεύεις χρόνια να βρεις τη Μεδίνα. Ξεκίνησες σε κάποια αλλοτινή ζωή, πολλές ζωές πίσω, με ένα και μόνο προορισμό. Να βρεις το Θεό σου (το Θεό των άλλων αρχικά που ναι φιλεύσπλαχνος και δέχεται και τους χαμένους) και να τον προσκυνήσεις. Ή να του υποβάλλεις το ερώτημα. Κι αν είναι μάγκας ν’ απαντήσει. Μια ευθεία χαραγμένη είναι η πορεία σου. Την ξέρεις καλά. Σου τη μάθανε, καθώς μεγάλωνες. Σε μεγάλωναν για τούτη την πορεία. Γύμναζαν τα πόδια σου και το μυαλό σου για το δρόμο. Για το δρόμο σε τάιζαν, για το δρόμο σου μάθαιναν ποιοι είναι οι κακοί, πως να τους ξεχωρίζεις και να τους αποφεύγεις. Και μια μέρα ξεκίνησες. Φορτωμένος τάματα και τις ερωτήσεις στον πάτο του σάκου σου, κρυμμένες κάτω από το νερό και την τροφή σου. Περπάτησες πολύ, ώσπου κάποτε κουράστηκες κι έπιασες μιαν άκρη να ξεκουραστείς. Όμως δεν ξέχασες ποτέ που πήγαινες. Δε σ’ άφηνε κι ο δρόμος να ξεχαστείς. Μια ευθεία ήταν άλλωστε με το πίσω αποκλεισμένο εξ’ αρχής. Και σε κάποια ζωή πιο κάτω, έφτασες. Κι ήσουν άλλος. Είχες ξεχάσει τι ήθελες να μάθεις. Είχες ξεχάσει ποιον ήρθες να βρεις. Μα και να θυμόσουν δε θα τον έβρισκες. Ή τουλάχιστον, όπως σου τον αφηγήθηκαν τα χρόνια τα παλιά, που πίστευες. Σε μια γωνιά βρίσκεις ένα ζητιάνο. Τον προσπερνάς. Ψάχνεις τον Μεγάλο, το Σπουδαίο, τον Φύλακα των μυστικών. Ξαφνικά θυμάσαι πως οι μύθοι αγαπούν αυτά τα παιχνίδια των εντυπώσεων, και συνηθίζουν τους μεγάλους να τους ντύνουν μικρούς και τους μικρούς μεγάλους. Γυρίζεις στο ζητιάνο. Τον λες Θεό. Τον ακούς προσεκτικά μπας και σου πει καμιά σοφία. Σου λέει «πεινάω, διψάω και νυστάζω». Ψάχνεις το κρυμμένο νόημα του χρησμού. Αναρωτιέσαι μήπως αυτό είναι το μυστικό της ύπαρξης. Ανατριχιάζεις από το μεγαλείο της απλότητας του. Άξιζε που έκανες τόσο δρόμο. Άξιζαν όλες οι ζωές μία προς μία. Ευχαριστείς το γέρο- Σοφό για το χρησμό. Τώρα μπορείς να γυρίσεις πίσω πλούσιος. Κι ας μην έχει πίσω. Κι ας μην έχει ούτε μπροστά. Έχεις τη σοφία. Είσαι εκεί. Δε χρειάζεσαι ούτε πίσω, ούτε μπροστά. Στέκεσαι δίπλα στο γέρο. Κάποτε ο γέρος πεθαίνει από την πείνα, τη δίψα, την κούραση. Τον ευχαρίστησες, τον προσκύνησες, τον μακάρισες, μα δεν τον τάισες, ούτε τον πότισες. Εκστασιάζεσαι από την άδεια θέση. Μετακινείς το άψυχο σώμα και την καταλαμβάνεις. Βγάζεις τα παπούτσια σου, κάθεσαι οκλαδόν και ατενίζεις το άπειρο. Περνάς έτσι άλλες δέκα – δεκαπέντε ζωές. Κάποτε νιώθεις την πείνα, τη δίψα, την κούραση. Μέχρι να αποκάμεις τελείως σε προσπερνούν διαβάτες, τυχοδιώκτες και προσκυνητές. Παίρνουν όλοι τους χρησμό‧ σε προσκυνούν‧ σε μακαρίζουν. Ούτε ένας δε σε φροντίζει. Έχουν περάσει εκατό ζωές. Είσαι γέρος, αδύναμος και μόνος. Ο σφετεριστής ενός σφετεριστή. Έχεις την ηλικία της γνώσης. Κι όμως ο παλιός χρησμός του προκατόχου σου, μόλις ξεκαθαρίζει.
Wednesday, June 08, 2011
ο Maurice Béjart για το Θάνατο.
"Ο Θάνατος δεν υπάρχει. Υπάρχουν αυτοί που πεθαίνουν. Ο θάνατός μου δε με απασχολεί, είναι κάτι που δεν το σκέφτομαι‧ θα έρθει κάποτε, αυτό είναι όλο. Ξορκίζω το θάνατο χρησιμοποιώντας τον στη δουλειά μου. Όμως ποτέ δε μου πολυάρεσε κάτι τέτοιο. Δε μ' αρέσει να τελειώνει ένα μπαλέτο με θάνατο. Θέλω να ξαναγεννιέται το καθετί. Όταν έκανα Ρωμαίο και Ιουλιέτα, μετά τους αναγκαστικούς θανάτους του έργου, ξαναφέρνω όλους τους χορευτές στη σκηνή κι ακούγεται το "Κάντε έρωτα, όχι πόλεμο!" Στο τέλος του Νιζίνσκι ακούγεται μια φράση από το προσωπικό του ημερολόγιο: "Τίποτα δεν είναι φριχτό, χαρά είναι το καθετί", και βλέπουμε πάνω στη σκηνή ένα χέρι να προσφέρει ένα τριαντάφυλλο. Ο Θάνατος είναι σαν τη μοναξιά‧ το επαναλαμβάνω, δεν υπάρχει. Ποτέ δεν είναι κανείς μόνος. Πεθαίνουμε ποτέ; Έχει πεθάνει ο πατέρας μου, όταν εγώ αντιγράφω μια φράση του που αναφέρεται στο πέρασμα στην εφηβεία μέσα από την πάντοτε δύσκολη διαδοχή αποτελεσματικών μέσων, την τοιχοκολλώ στο διάδρομο της σχολής χορού και βλέπω τους νέους να τη διαβάζουν και με τη σειρά τους να την αντιγράφουν στα μικρά τους σημειωματάρια;"
(Maurice Béjart - Μια στιγμή στη ζωή κάποιου άλλου - Εκδόσεις Οδυσσέας)
Wednesday, June 01, 2011
pull marine
Έψαξα στο θησαυροφυλάκιο της μνήμης κι η απόφαση ελήφθη οριστικά κι αμετάκλητα: αυτό που αρχίζει τυπικά από σήμερα θα το πούμε καλοκαίρι, ενάντια στα δεδομένα και τις προβλέψεις. Όσο υπάρχει η μνήμη, μπορούμε να ελπίζουμε στη σιγουριά μιας επανάληψης.
Thursday, May 26, 2011
μια συγκέντρωση
Εξηγούμαι: είμαι επιφυλακτικός απέναντι σε κάθε είδους διαδήλωση, πορεία, διαμαρτυρία. Όχι λόγω αδιαφορίας και φιλησυχίας. Ούτε λόγω της φυσικής αποστροφής μου προς τη βία και τη φασαρία. Θεωρώ ότι μια αποτελεσματική δημόσια έκφραση δυσαρέσκειας, απαιτεί παιδεία, ενημέρωση, ψυχραιμία και καθαρή θέση. Και δε θεωρώ κανένα από τα παραπάνω ίδιον του λαού μας. Αντιθέτως πιστεύω πως είμαστε παρορμητικοί, φασαριόζοι, αψυχολόγητοι και χειραγωγήσιμοι. Όλα όσα καταδικάζουν την οποιαδήποτε συλλογική διαμαρτυρία δηλαδή, σε πεδίο δράσης επιτήδειων, οι οποίοι παραμονεύουν την ιδανική στιγμή για να επωφεληθούν από την όποια αναταραχή.
Γι’ αυτό το λόγο ήμουν επιφυλακτικός και για την χτεσινή πρόσκληση διαμαρτυρίας στο Σύνταγμα, τη Θεσσαλονίκη, την Πάτρα. Η αφορμή μου φαινόταν βεβιασμένη. Αυτό το χαρακτηριστικό του Έλληνα, που δεν ανέχεται κάποιος να του τη «λέει» και να βγαίνει από πάνω. Μου φάνηκε πως αφορμή στάθηκε όχι το «αμήν» - το οποίο έτσι κι αλλιώς μετράει αρκετούς μήνες, αλλά αυτό το σλόγκαν των Ισπανών, το «σιγά, μην ξυπνήσουμε τους Έλληνες», που, ως εθνική προσβολή, έπληξε το ελληνικό φιλότιμο και την περηφάνια μας, λες και πρόκειται για γηπεδική αντιπαράθεση.
Εκτός αυτού, πόση εγκυρότητα μπορεί να έχει μια αυθαίρετη πρόσκληση, χωρίς ξεκάθαρο αίτημα, που μάλιστα ξεκινάει πρακτικά ανώνυμα από το facebook; Στη σύντομη χρονικά παρουσία μας σε αυτή την ψηφιακή κοινότητα, ο καθένας μας έχει δεχτεί αψυχολόγητες εκκλήσεις παράφορων ταγών για τα πάντα: από προσκλήσεις σε συναυλίες, πρεμιέρες και dj set, μέχρι δημόσιο λιθοβολισμό, πολιτική αναδιάρθρωση και κοινωνική αναστήλωση. Αρκεί μια παρόρμηση, μια πολυπληθής λίστα φίλων κι απανωτά ποσταρίσματα για να μπορεί ο καθένας να οργανώσει την προσωπική του μίνι επανάσταση.
Με χαρά αυτή τη φορά διαψεύστηκα. Άφησα πίσω αφορμές, επικρίσεις και δεύτερες σκέψεις και διαπίστωσα πως ο “αγανακτισμένος” κόσμος, μπορεί όντως να κινητοποιηθεί και να εκφράσει τη δυσαρέσκειά του με ψυχραιμία και ενότητα. Με ακόμα μεγαλύτερη χαρά, είδα πως σε τέτοιες περιόδους παλλαϊκής κρίσης, ο Έλληνας έχει την νηφαλιότητα και τον καθαρό νου να αποκλείσει την εξαρτημένη γονεϊκή σχέση με τα κάθε λογής και διαλογής κόμματα, τους κρατικούς φορείς και τους επιτήδειους μεσάζοντες. Ένιωσα πως ήρθαμε σε επαφή με το πρόβλημα, ένα μέρος της ουσίας του κι αν όχι ακριβώς τη λύση, σίγουρα την απαγκίστρωση από όσα την παρεμποδίζουν.
Για να είμαι ειλικρινής, χάρηκα ακόμα και για τη μεθοδευμένη απόκρυψη των πραγματικών διαστάσεων της χτεσινής εκδήλωσης από τα χειραγωγούμενα ΜΜΕ. Χάρηκα γιατί με πλάγιους τρόπους, είτε από στόμα σε στόμα, το θέμα ταξίδεψε κι έφτασε στα αφτιά ακόμα κι όσων δεν παραβρέθηκαν στις εστίες της διαμαρτυρίας: tweet και φωτογραφίες από κινητά, status στο facebook, αναρτήσεις σε blog απλών πολιτών, το νέο κυκλοφόρησε, ο ενθουσιασμός απλώθηκε, η επιστολή επιδόθηκε στους πολλαπλούς απανταχού παραλήπτες της. Κι ας μην έγινε πρώτο θέμα στις τηλεοπτικές ειδήσεις, που έτσι κι αλλιώς σε περιόδους κρίσης ηδονίζονται ακόμα είτε με πιπεράτα σεξοσκάνδαλα είτε ομφαλοσκοπώντας. Χάρηκα που ένιωσα πως απογαλακτιζόμαστε σιγά – σιγά από την συμπυκνωμένη ενημέρωση και τον καταιγισμό της άχρηστης πληροφορίας, που μετατοπίζει την κοινή γνώμη και συντελεί στη συντήρηση απαθών πολιτών.
Δεν άλλαξε ο κόσμος με τις χτεσινές πορείες, ούτε βρέθηκε η λύση. Έχουμε ακόμα δρόμο. Αυτά όμως είναι έτσι κι αλλιώς ο επίλογος του έργου. Το πρώτο βήμα είναι να ξυπνήσει ο νους και ν’ αλλάξει ο τρόπος που βλέπουμε τα πράγματα. Θέλω να πιστεύω πως αυτό το βήμα έχει συντελεστεί και στις επόμενες μέρες αυτό θα γίνει ακόμα πιο εμφανές: οι παρωπίδες μοιάζουν σταδιακά να πέφτουν, τα μυαλά να ανοίγουν,τα πήλινα πόδια να σπάνε. Δεν υπάρχουν ακόμα λύσεις, θέσεις, μέθοδοι, προτάσεις για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του προβλήματος. Υπάρχει όμως αντίθεση στην ανεύθυνη διοίκηση, διεκδίκηση στη στρατηγική εξόδου από την κρίση, καθαρό σήμα λαϊκής παρουσίας. Περισσότερο απ’ όλα όμως μόνο αισιοδοξία μπορεί να προκαλέσει το γεγονός ότι μια νέα γενιά πολιτών ενός διαλυμένου κράτους, βρήκε την απαραίτητη ενότητα να βγει στο δρόμο για να διεκδικήσει μια θέση στη διαχείριση ενός προβλήματος που είναι πάνω και πρώτα απ’ όλα δικό της.
Wednesday, May 25, 2011
Που πάνε τα τραγούδια όταν πεθαίνουν.
Έχω γύρω μου μια στοίβα αγαπημένα cd. Το καθένα ξεχωριστά σημαίνει κάτι. Μια δική του εποχή. Πρόσωπα, συνθήκες και περιστάσεις που πηγαίνουν πολύ βαθιά στο χρόνο. Βγάζω κάποια παλιά δισκάκια από τη σκονισμένη θήκη τους και επιχειρώ να τα ακούσω. Αναγνωρίζω την εισαγωγή, τη φωνή, τον παραμικρό στίχο. Σαν το σκυλί του Παβλόφ ανακαλώ μια ιδέα συναισθήματος. Θυμάμαι πόσο έντονο ήταν κάποτε. Σήμερα δεν είναι παρά μια ιδέα μνήμης – ευτυχώς καλά αποθηκευμένη κι ασφαλισμένη στη θυρίδα της. Το συναισθηματικό φορτίο δεν αντιστοιχεί πια. Κλωτσάει. Άλλοι ήχοι έχουν πάρει τη θέση της τότε αποκλειστικής υπόκρουσης κι άλλα αισθήματα έχουν αντικαταστήσει εκείνα της αρχαίας εποχής. Τοποθετώ και πάλι τα δισκάκια στη θήκη τους. Ανακατεμένα πια – τα πάλαι ποτέ αυστηρά ταξινομημένα – επιστρέφουν στη σκόνη τους. Ίσως κάποια στιγμή στο μέλλον‧ αν παραστεί μεγαλύτερη ανάγκη‧ Όταν η μνήμη θα γίνει το μόνο ασφαλές καταφύγιο.
Σκέφτομαι πως έρχεται μια στιγμή που η μουσική μιας ζωής παύει να σημαίνει. Μπορεί προσωρινά: για λίγες μέρες ή εβδομάδες, μπορεί και για περισσότερο. Φοβάμαι πως σε κάποιες περιπτώσεις, μπορεί και για πάντα. Ειδικά αν έχεις συνηθίσει να υπάρχει μια υπόκρουση για το οτιδήποτε, η φθορά είναι αναπόφευκτη‧ το νόημα έχει μια τάση να χάνεται ευκολότερα αν στην, έτσι κι αλλιώς, σύντομη ζωή του, έχει σημάνει περισσότερα απ’ όσα οφείλει. Η μουσική αναλύεται σε ήχους. Η εμπειρία σου αναγνωρίζει τους ήχους, τους τοποθετεί εκεί που πρέπει να τοποθετηθούν μηχανικά και σταδιακά κόβει κάθε δεσμό με το συναίσθημα. Τόσο απλά: η κάποτε αποκλειστική γλώσσα του αισθήματος σου, γίνεται ένας μυστήριος, αλλοπρόσαλλος κώδικας, ανίκανος να δηλώσει την παραμικρή σαφήνεια.
Δεν είναι όσο κακό ακούγεται. Η μουσική είναι ένας δεσμός που χρειάζεται διαρκή ανανέωση. Η σχέση μας μαζί της δεν είναι όσο δεδομένη μπορεί να πιστεύει κάποιος. Το ότι συναντηθήκαμε σε κάποια φάση της ζωής μας με ένα τραγούδι δε σημαίνει πως θα το κουβαλάμε εσαεί στις αποσκευές μας. Ακόμα κι αν το τραγούδι αυτό, έφτασε μια δεδομένη στιγμή να σημαίνει τα πάντα, δεν αποκλείεται σε μια αντίστοιχη μελλοντική συνθήκη, όταν στραφούμε μηχανικά σ’ αυτό για παρηγοριά και φροντίδα, να μας γυρίσει την πλάτη. Την έχουν τα τραγούδια αυτή τη συνήθεια να ζητούν την αποκλειστικότητα μιας εποχής και να προτιμούν την προσήλωση σε συγκεκριμένες στιγμές. Έχει να κάνει με τη γονεϊκή τους φύση. Με την αρχή που έχουν πάρει από τους δημιουργούς τους να φροντίζουν τις ανθρώπινες αδυναμίες και να τις παρηγορούν από τη σκληρότητα του κόσμου – όσο φαίνεται να υπάρχει ανάγκη.
Κι είναι πάντα εκεί τα τραγούδια, μέχρι τη μοιραία στιγμή της ενηλικίωσης ενός συναισθήματος ή γεγονότος, που θα τα αφήσει πίσω. Τότε κι αυτά μας ξεχνάνε. Δεν διεκδικούν πια την προσοχή μας. Όσο τα διαχωρίζουμε από τις νέες μας εμπειρίες, τόσο απομακρύνονται κι εκείνα από τα αισθήματά μας. Παραχωρούν τη θέση τους σε καινούργια τραγούδια που μιλάνε άλλες διαλέκτους, ενώ στρέφονται σε νέα ξένα και παρθένα συναισθηματικά κενά. Ώσπου γίνονται και για κάποιον άλλον σταδιακά απαραίτητα και στην πορεία άχρηστα. Κι έρχονται και παρέρχονται φευγαλέα στα ραδιόφωνα, στα περαστικά αυτοκίνητα, σε απρόβλεπτες σετλιστ συναυλιών, σε αταίριαστα χείλη και σε σκονισμένες δισκοθήκες-χρονοκάψουλες.
Και τα τραγούδια, τα πιο δικά μας στον κόσμο, τα θεμέλια μιας εποχής, η ταυτότητά μας για ένα, δυο ή παραπάνω φεγγάρια, γίνονται φαντάσματα περαστικά μιας φευγαλέας μνήμης. Για μας. Γιατί κάπου αλλού, για κάποιον άλλον, που τα ανακαλύπτει για πρώτη φορά γίνονται τα πάντα – η πατρίδα, η ταυτότητα, η γλώσσα κι η θρησκεία ενός ολοκαίνουργιου κι ορφανού συναισθήματος.
(Κείμενο του Jirashimosu που δημοσιεύτηκε στο musicpaper.gr.)
Saturday, May 21, 2011
σύγχυση*

Συχνά – πυκνά, υπάρχουν μεγάλα διαστήματα αποχής μου από το blogging. Είναι εκείνες οι περίοδοι που επανεξετάζω ποια είναι η πραγματική σημασία του να γράφεις το οτιδήποτε, ποιον αφορά η δική σου κι εντελώς προσωπική οπτική του κόσμου και πόσο αποτελεσματικό είναι σα μέσο έκφρασης σε μια εποχή που ανά πάσα στιγμή μπορείς να εκφράσεις ικανοποιητικά το αίσθημα σου με μια συνοπτική ανάρτηση στο facebook η στο twitter.
Κάποτε μια νυχτερινή βόλτα ήταν αρκετή αφορμή για μια ολόκληρη έκθεση ιδεών. Τώρα αρκεί ένα νόστιμο tweet ή μια πειραγμένη φωτογραφική αποτύπωση στο instagram. Σκέφτομαι πως έχουμε μπει σε μια εποχή, που ο κύριος λόγος που ξεκινήσαμε και κρατήσαμε το blogging τόσα χρόνια (η καταγραφή ενός χρονικού της καθημερινότητας μας) έχει περάσει σε άλλη βάση. Δε μας απασχολεί πια η διάρκεια της στιγμής στο χρόνο, αλλά αποκλειστικά και μόνο η στιγμιαία της έκφρασή. Μια ταινία, μια παράσταση, ένας δίσκος, ένας περίπατος ή ένα γεγονός, χάνονται μέσα σε έναν κυκεώνα ετερόκλητων πληροφοριών, εικόνων, ήχων και λέξεων που αποτελούν το σύμπαν τον ηλεκτρονικών κοινωνικών δικτύων. Αυτό, αφενός ικανοποιεί τη στιγμιαία μας ανάγκη να συνταχθούμε άμεσα αισθητικά με κάποιον, ασφαλίζει όμως και την απομάκρυνση μας από την έκθεση σε βάθος χρόνου. (Ποιος θα θυμάται να μας προσάψει αύριο έναν υπερβολικό ενθουσιασμό για κάτι –σημαντικό ή ασήμαντο- μέσα σε έναν καταιγισμό δηλώσεων πίστης εκατοντάδων φίλων και followers.)
Ωστόσο, έχοντας κλείσει αισίως 5 χρόνια αδιάλειπτου blogging, διαδικασία η οποία υπήρξε σωτήρια σε περιόδους ιδιαίτερα εύθραυστες για τον γράφοντα (τσέκαρε το καλοκαίρι του 2008) και παρατηρώντας ότι το χρονικό της ζωής μου, που στεγάζεται σταθερά από το 2006 σε αυτή τη μικρή γωνιά του αχανούς διαδικτυακού γαλαξία, αρχίζει και παρουσιάζει τρομακτικές ελλείψεις, αποφάσισα να του δώσω μια ακόμα ευκαιρία.
Σκέφτομαι ότι η σχέση μου με την πτυχή της προσωπικότητάς μου που ονομάζεται jirashimosu, έχει περάσει από σαράντα και βάλε κύματα, καταλήγοντας να αποτελεί ένα αδιάσπαστο κομμάτι μου, που όσο σωπαίνει και μένει ανέκφραστο, συσσωρεύει μια δική του μελαγχολία. Αν προσθέσουμε σ' αυτό και την αποδεδειγμένα ασθενική μου μνήμη η οποία έχει μια τάση να παραλείπει όλο και περισσότερα γεγονότα και περιστατικά - όσο σημαντικά κι αν είναι, καθώς και τον αντίκτυπό τους στη γενικότερη κοσμοθεωρία μου, η επιστροφή στην καταγραφή των σκέψεων μου καθίσταται επιτακτική κι αναγκαία.
Ακόμα μια φορά λοιπόν, ανοίγουμε, ξαραχνιάζουμε, αερίζουμε, ρίχνουμε κι ένα σφουγγάρισμα κι επιστρέφουμε στις επάλξεις. Το λέμε Άνοιξη 2011 και περιμένουμε να δούμε τί θα φέρει, τι θα κάνει, τί θα πει, και πως θα το γράψει μέσα μας.
Κάποτε μια νυχτερινή βόλτα ήταν αρκετή αφορμή για μια ολόκληρη έκθεση ιδεών. Τώρα αρκεί ένα νόστιμο tweet ή μια πειραγμένη φωτογραφική αποτύπωση στο instagram. Σκέφτομαι πως έχουμε μπει σε μια εποχή, που ο κύριος λόγος που ξεκινήσαμε και κρατήσαμε το blogging τόσα χρόνια (η καταγραφή ενός χρονικού της καθημερινότητας μας) έχει περάσει σε άλλη βάση. Δε μας απασχολεί πια η διάρκεια της στιγμής στο χρόνο, αλλά αποκλειστικά και μόνο η στιγμιαία της έκφρασή. Μια ταινία, μια παράσταση, ένας δίσκος, ένας περίπατος ή ένα γεγονός, χάνονται μέσα σε έναν κυκεώνα ετερόκλητων πληροφοριών, εικόνων, ήχων και λέξεων που αποτελούν το σύμπαν τον ηλεκτρονικών κοινωνικών δικτύων. Αυτό, αφενός ικανοποιεί τη στιγμιαία μας ανάγκη να συνταχθούμε άμεσα αισθητικά με κάποιον, ασφαλίζει όμως και την απομάκρυνση μας από την έκθεση σε βάθος χρόνου. (Ποιος θα θυμάται να μας προσάψει αύριο έναν υπερβολικό ενθουσιασμό για κάτι –σημαντικό ή ασήμαντο- μέσα σε έναν καταιγισμό δηλώσεων πίστης εκατοντάδων φίλων και followers.)
Ωστόσο, έχοντας κλείσει αισίως 5 χρόνια αδιάλειπτου blogging, διαδικασία η οποία υπήρξε σωτήρια σε περιόδους ιδιαίτερα εύθραυστες για τον γράφοντα (τσέκαρε το καλοκαίρι του 2008) και παρατηρώντας ότι το χρονικό της ζωής μου, που στεγάζεται σταθερά από το 2006 σε αυτή τη μικρή γωνιά του αχανούς διαδικτυακού γαλαξία, αρχίζει και παρουσιάζει τρομακτικές ελλείψεις, αποφάσισα να του δώσω μια ακόμα ευκαιρία.
Σκέφτομαι ότι η σχέση μου με την πτυχή της προσωπικότητάς μου που ονομάζεται jirashimosu, έχει περάσει από σαράντα και βάλε κύματα, καταλήγοντας να αποτελεί ένα αδιάσπαστο κομμάτι μου, που όσο σωπαίνει και μένει ανέκφραστο, συσσωρεύει μια δική του μελαγχολία. Αν προσθέσουμε σ' αυτό και την αποδεδειγμένα ασθενική μου μνήμη η οποία έχει μια τάση να παραλείπει όλο και περισσότερα γεγονότα και περιστατικά - όσο σημαντικά κι αν είναι, καθώς και τον αντίκτυπό τους στη γενικότερη κοσμοθεωρία μου, η επιστροφή στην καταγραφή των σκέψεων μου καθίσταται επιτακτική κι αναγκαία.
Ακόμα μια φορά λοιπόν, ανοίγουμε, ξαραχνιάζουμε, αερίζουμε, ρίχνουμε κι ένα σφουγγάρισμα κι επιστρέφουμε στις επάλξεις. Το λέμε Άνοιξη 2011 και περιμένουμε να δούμε τί θα φέρει, τι θα κάνει, τί θα πει, και πως θα το γράψει μέσα μας.
(*ο τίτλος -απόλυτα ταιριαστός- δανεισμένος από ένα όνειρο...)
Monday, May 02, 2011
Η εποχή του αισθήματος

Σε λένε ρετρό γιατί έχεις μπολιάσει το ipod σου με χρατς βινυλίου‧ γιατί ανάμεσα στις ψηφιοποιημένες φωνές τον σύγχρονων ηχογραφήσεων παρεμβάλλονται μπελκάντο ερμηνείες‧ γιατί ανάμεσα στα μπιτ και στις electro ατμόσφαιρες ξεπετάγονται βαλσάκια, τανγκό, slow fox, η χαμπανέρες άλλης εποχής. Εσύ όμως δεν νιώθεις το χρόνο σαν κάτι που υπάγεται σε αντικειμενικές συνθήκες. Τον μετράς στις δικές σου διαστάσεις: στη μελαγχολία ή τη χαρά σου. Για σένα δεν κάνει καμιά διαφορά το πότε και το πως. Σου είναι αρκετό πως κάτι δηλώθηκε, ανοιχτό και ευπροσάρμοστο σε κάθε πιθανή κατάσταση στο διηνεκές.
Κάποιος, κάποτε, αγάπησε, τραγούδησε, το ηχογράφησε. Κάποιοι κάποτε αγάπησαν, τον άκουσαν να τραγουδάει, ίσως τον χόρεψαν. Κάποιοι κάποτε αγάπησαν, τον ξέχασαν, χόρεψαν άλλα τραγούδια και κάποιος κάποτε αγάπησε και συνάντησε τυχαία χαμένη στο χρόνο μια τραγουδισμένη αγάπη που έμοιαζε αφοπλιστικά με τη δική του.
Και τη στιγμή που έπεσαν οι πρώτες στροφές ένιωσε πως δεν είχε καμία σημασία αν αυτό το τραγούδι ο χρόνος το ξέχασε και το σκέπασε με τόνους σκόνης, στοιβάζοντας από πάνω του αμέτρητες άλλες μελωδίες και στιχάκια. Για εκείνον τίποτα δε θα μπορούσε να μιλήσει με μεγαλύτερη σαφήνεια γι΄αυτό που νιώθει. Και το τραγούδι αυτό, το παλιό και ξεχασμένο, γίνεται ένας διαχρονικός ύμνος που γράφτηκε από την αρχή του κόσμου και θα παίζει ως το τέλος του.
Το Retropolis είναι ένα πείραμα. Είναι δυνατόν να δούμε την αλήθεια μας αλλιώς; τους έρωτες τους εαυτούς μας και την πόλη; Οι συνοδοιπόροι μας, ορισμένοι από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της νέας γενιάς. Έπαιξαν με τραγούδια που όλοι έχουμε σιγοψιθυρίσει. Δεν τους βάλαμε περιορισμούς. Ζητούμενο ήταν το κομβικό σημείο που συναντιέται το τώρα με το τότε. Το αποτέλεσμα το χαρήκαμε όσο κι εκείνοι. Θέλουμε να πιστεύουμε όσο κι εσείς.
Γιατί τελικά, δεν υπάρχουν παλιά και νέα τραγούδια: η μόνη εποχή στην οποία υπάγονται τα τραγούδια είναι η εποχή του αισθήματος.
(
Η παρουσίαση/παράσταση του Retropolis θα γίνει αύριο Τρίτη 3 Μαίου στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης. Ώρα Έναρξης: 21.00.)
Κάποιος, κάποτε, αγάπησε, τραγούδησε, το ηχογράφησε. Κάποιοι κάποτε αγάπησαν, τον άκουσαν να τραγουδάει, ίσως τον χόρεψαν. Κάποιοι κάποτε αγάπησαν, τον ξέχασαν, χόρεψαν άλλα τραγούδια και κάποιος κάποτε αγάπησε και συνάντησε τυχαία χαμένη στο χρόνο μια τραγουδισμένη αγάπη που έμοιαζε αφοπλιστικά με τη δική του.
Και τη στιγμή που έπεσαν οι πρώτες στροφές ένιωσε πως δεν είχε καμία σημασία αν αυτό το τραγούδι ο χρόνος το ξέχασε και το σκέπασε με τόνους σκόνης, στοιβάζοντας από πάνω του αμέτρητες άλλες μελωδίες και στιχάκια. Για εκείνον τίποτα δε θα μπορούσε να μιλήσει με μεγαλύτερη σαφήνεια γι΄αυτό που νιώθει. Και το τραγούδι αυτό, το παλιό και ξεχασμένο, γίνεται ένας διαχρονικός ύμνος που γράφτηκε από την αρχή του κόσμου και θα παίζει ως το τέλος του.
Το Retropolis είναι ένα πείραμα. Είναι δυνατόν να δούμε την αλήθεια μας αλλιώς; τους έρωτες τους εαυτούς μας και την πόλη; Οι συνοδοιπόροι μας, ορισμένοι από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της νέας γενιάς. Έπαιξαν με τραγούδια που όλοι έχουμε σιγοψιθυρίσει. Δεν τους βάλαμε περιορισμούς. Ζητούμενο ήταν το κομβικό σημείο που συναντιέται το τώρα με το τότε. Το αποτέλεσμα το χαρήκαμε όσο κι εκείνοι. Θέλουμε να πιστεύουμε όσο κι εσείς.
Γιατί τελικά, δεν υπάρχουν παλιά και νέα τραγούδια: η μόνη εποχή στην οποία υπάγονται τα τραγούδια είναι η εποχή του αισθήματος.
(
Η παρουσίαση/παράσταση του Retropolis θα γίνει αύριο Τρίτη 3 Μαίου στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης. Ώρα Έναρξης: 21.00.)
Thursday, April 21, 2011
Ένας ευτυχισμένος άνδρας

Ένας ευτυχισμένος άνδρας στα 32. Όχι ότι ήξερε και πολλούς ευτυχισμένους, πριν τα 32 ή μετά. Όμως αυτός ήταν φτιαγμένος από γνήσιο υλικό ευτυχίας. Τα μέλη του γερά και πλήρως λειτουργικά. Αγύμναστος και κάπως πλαδαρός, υγιέστατος όμως και ροδοκόκκινος. Μόνο το βλέμμα του ήταν μελαγχολικό κι οι κινήσεις του νωχελικές. Κατά τ’ άλλα οι πρώτες ύλες φώναζαν πως αν ήθελε να αρπάξει την ευτυχία εκείνη θα του παραδινόταν άνευ όρων.
Αυτός όμως, ειδικά τα ανοιξιάτικα απογεύματα όπως το σημερινό, επέλεγε να είναι δυστυχισμένος. Κρατούσε τη μάνα του αγκαζέ και σε κάθε βιτρίνα που τον τραβολογούσε η ακαταπόνητη πενηνταοχτάρα, κοντοστεκόταν κι έκανε πως κοιτά με ενδιαφέρον. Εκείνη κάθε φορά που της κουνούσε επιδοκιμαστικά το κεφάλι σφιγγόταν με όλο και περισσότερη δύναμη πάνω του.
Αν πρόσεχε τις βιτρίνες που σταματούσαν, θα μετρούσε με τη σειρά ένα dvd-club, ένα ζαχαροπλαστείο, ένα κατάστημα με είδη οικιακής χρήσης, ένα ανθοπωλείο και μια δευτεροκλασάτη μπουτίκ. Στη μπουτίκ χάθηκε λίγο. Το κατάλαβε από το ξαφνικό σκούντημα κι ένα ασύνδετο «που ταξιδεύεις, σου μιλάω» που ήρθε από το πουθενά.
Δεν ταξίδευε, απλώς αφαιρέθηκε λίγο. Το απριλιάτικο απόγευμα του έφερε μια χαύνωση. Όλη μέρα χωμένος στα βιβλία του διδακτορικού του, είχε φορτίσει τις περιορισμένες του εξόδους με μια τρομακτική ηλεκτροφόρα ενέργεια.
- Θα ήμουν γελοία μ’ αυτή τη φούστα;
- Ποιά φούστα; Όχι.
Όσο κι αν έψαξε με το βλέμμα να βρει την πιθανή φούστα απέτυχε. Απάντησε μηχανικά.
- Μιχάλη, που χαζεύεις;
- Πουθενά. Είμαι λίγο αφηρημένος.
- Όλη μέρα πάνω απ' τα βιβλία, θα κλουβιάνεις...
- Έχω μείνει πίσω...
Καθώς το είπε ανέβηκε στον ουρανίσκο του μια γεύση βανίλιας. Όχι γεύση ακριβώς. Περισσότερο αίσθηση, συνοδευμένη από ένα επίμονο τσίμπημα στο στήθος. Η γυναίκα μίλησε:
- Θες να γυρίσουμε;
- Ναι καλύτερα.
- Θα πάρουμε παγωτό;
- Να πάρουμε...
Μέχρι να φτάσουν στη γωνία του σπιτιού τους είχε αρχίσει να νυχτώνει. Εκείνη ήταν ακόμη κρεμασμένη στο μπράτσο του.
- Αγαπώ τα νυχτολούλουδα. Μοσχοβολάει ο τόπος. Δεν είναι υπέροχα καρδιά μου;
- Μμμ..
Έγνεψε περισσότερο, παρά ακούστηκε. Η αλήθεια είναι πως πάντα τα σιχαινόταν. Από τότε που θυμόταν τον εαυτό του τα νυχτολούλουδα του έφερναν αναγούλα. Μπορεί να σιχαινόταν την Άνοιξη μόνο και μόνο γι αυτά τα θρασύτατα ανθάκια.
- Θα πάρουμε έναν πύραυλο σοκολατένιο; Ή μήπως γρανίτα; Όχι, σοκολάτα. Σάββατο βράδυ είναι, δικαιούμαστε μια κατάχρηση. Πάρε κι εσύ ο, τι τραβάει η ψυχή σου. Μισό, να σου δώσω λεφτά. Α! Και τον «αστρολόγο» τον καινούργιο. Είναι Απρίλης. Είναι ο μήνας μου...
Αυτός όμως, ειδικά τα ανοιξιάτικα απογεύματα όπως το σημερινό, επέλεγε να είναι δυστυχισμένος. Κρατούσε τη μάνα του αγκαζέ και σε κάθε βιτρίνα που τον τραβολογούσε η ακαταπόνητη πενηνταοχτάρα, κοντοστεκόταν κι έκανε πως κοιτά με ενδιαφέρον. Εκείνη κάθε φορά που της κουνούσε επιδοκιμαστικά το κεφάλι σφιγγόταν με όλο και περισσότερη δύναμη πάνω του.
Αν πρόσεχε τις βιτρίνες που σταματούσαν, θα μετρούσε με τη σειρά ένα dvd-club, ένα ζαχαροπλαστείο, ένα κατάστημα με είδη οικιακής χρήσης, ένα ανθοπωλείο και μια δευτεροκλασάτη μπουτίκ. Στη μπουτίκ χάθηκε λίγο. Το κατάλαβε από το ξαφνικό σκούντημα κι ένα ασύνδετο «που ταξιδεύεις, σου μιλάω» που ήρθε από το πουθενά.
Δεν ταξίδευε, απλώς αφαιρέθηκε λίγο. Το απριλιάτικο απόγευμα του έφερε μια χαύνωση. Όλη μέρα χωμένος στα βιβλία του διδακτορικού του, είχε φορτίσει τις περιορισμένες του εξόδους με μια τρομακτική ηλεκτροφόρα ενέργεια.
- Θα ήμουν γελοία μ’ αυτή τη φούστα;
- Ποιά φούστα; Όχι.
Όσο κι αν έψαξε με το βλέμμα να βρει την πιθανή φούστα απέτυχε. Απάντησε μηχανικά.
- Μιχάλη, που χαζεύεις;
- Πουθενά. Είμαι λίγο αφηρημένος.
- Όλη μέρα πάνω απ' τα βιβλία, θα κλουβιάνεις...
- Έχω μείνει πίσω...
Καθώς το είπε ανέβηκε στον ουρανίσκο του μια γεύση βανίλιας. Όχι γεύση ακριβώς. Περισσότερο αίσθηση, συνοδευμένη από ένα επίμονο τσίμπημα στο στήθος. Η γυναίκα μίλησε:
- Θες να γυρίσουμε;
- Ναι καλύτερα.
- Θα πάρουμε παγωτό;
- Να πάρουμε...
Μέχρι να φτάσουν στη γωνία του σπιτιού τους είχε αρχίσει να νυχτώνει. Εκείνη ήταν ακόμη κρεμασμένη στο μπράτσο του.
- Αγαπώ τα νυχτολούλουδα. Μοσχοβολάει ο τόπος. Δεν είναι υπέροχα καρδιά μου;
- Μμμ..
Έγνεψε περισσότερο, παρά ακούστηκε. Η αλήθεια είναι πως πάντα τα σιχαινόταν. Από τότε που θυμόταν τον εαυτό του τα νυχτολούλουδα του έφερναν αναγούλα. Μπορεί να σιχαινόταν την Άνοιξη μόνο και μόνο γι αυτά τα θρασύτατα ανθάκια.
- Θα πάρουμε έναν πύραυλο σοκολατένιο; Ή μήπως γρανίτα; Όχι, σοκολάτα. Σάββατο βράδυ είναι, δικαιούμαστε μια κατάχρηση. Πάρε κι εσύ ο, τι τραβάει η ψυχή σου. Μισό, να σου δώσω λεφτά. Α! Και τον «αστρολόγο» τον καινούργιο. Είναι Απρίλης. Είναι ο μήνας μου...
Friday, April 08, 2011
περί Μύθων

Ή η ψυχανάλυση έχει λάθος πρότυπα, ή οι τραγωδίες λάθος πλοκή.
Σύγχρονε μου Οιδίποδα, είσαι τυφλός γιατί σκότωσες τον πατέρα σου κατά λάθος. Έναν ξένο καθάρισες. Γι’ αυτό και δε λυτρώθηκες ποτέ.
Κι η γυναίκα με την οποία κοιμήθηκες δεν ήταν το αιώνιο σύμβολο μητρότητας που αναζητούσες μια ζωή στις ερωμένες σου, αλλά η δύναμη προσωποποιημένη. Με άλλα λόγια το θρόνο πήδηξες‧ τη δύναμη‧ το βασιλιά‧ τον πατέρα. Όχι το δικό σου. Εσύ δεν είχες πατέρα‧ ένα φάντασμα είχες, ένα γέρο Άμλετ.
Τον Πατέρα σου τον πραγματικό όχι μόνο δεν τον σκότωσες. Όχι μόνο δεν απαλλάχτηκες. Τον έστησες σε βάθρο κι ας μην τον γνώρισες ποτέ. Έζησες στο σπίτι του, τρώγοντας το βιος του, μέχρι που δεν ήσουνα παιδί. Κι όταν ήρθε η στιγμή να αλλάξεις ρούχα και να γίνεις άνδρας της δικής σου ζωής, φόρεσες τα ρούχα και το στέμμα του. Κοιμήθηκες στο σπίτι του, έκανες σεξ στο γονεϊκό κρεβάτι. Πήρες τη γυναίκα του. Έγινες Αυτός. Κι όταν αναρωτήθηκες ποιος είσαι και δεν είχες ούτε πρόσωπο, ούτε απάντηση, έβαλες φωτιά σε σένα για να απαλλαγείς απ’ την εικόνα του. Κι έσβησες εσένα για να σβήσεις τη μνήμη της ανικανότητάς σου από τον κόσμο.
Κι εσύ σύγχρονη μου Ηλέκτρα, που κουβαλάς το θρήνο και κοιμάσαι με αντικαταθλιπτικά τις νύχτες: τον πατέρα σου πρέπει να σκοτώσεις για να προχωρήσεις τη ζωή σου κι όχι τη μάνα σου. Αυτή ήταν η μόνη υγιής σου διέξοδος, αν δεν ήταν ο μοναδικός γονιός διαθέσιμος να φταίει. Δε σε εγκατέλειψε ποτέ. Δε γύρισε εκείνη από τη μάχη με ένα κορίτσι στην ηλικία σου στο πλευρό. Δεν καθάρισε εκείνη τη μεγάλη σου αδερφή, θέτοντας σε δεύτερη στη σειρά κι εκτεθειμένη σε έναν επικείμενο νέο κίνδυνο. Όταν η ζωή τέλειωσε, εκείνη συνέχισε, αγάπησε, διέθεσε εαυτόν. Ίσως αυτό σε τρόμαξε. Ότι μπορεί να διαδέχεται το θρήνο ένα κατακόκκινο φουστάνι. Αυτό θα σε διέλυε. Ένας θρήνος που τελειώνει. Μια ζωή που συνεχίζει. Μια ενηλικίωση.
Κι ο αδερφός που περιμένεις, ο Μεσσίας, έρχεται να πάρει τη δόξα του φόνου, να σώσει το δικό του τομάρι. Αν σε υπολόγιζε, έστω και λίγο, θα είχε έρθει πιο νωρίς κι όχι όταν έφτασε η κατάσταση στο απροχώρητο. Και θα σε έπαιρνε μαζί στο φόνο. Δε θα σε καταδίκαζε στη γυναικεία σου φύση, στερώντας σου την εκδίκηση που περίμενες τόσα χρόνια. Θα σε λύτρωνε. Και δε θα σε πάντρευε αμέσως με την ίδια τη σιωπηλή σκιά του μη και προλάβεις και δεις πόσο ήσουνα η μάνα σου.
Γι’ αυτό σας λέω: Ή η ψυχανάλυση έχει λάθος πρότυπα, ή οι τραγωδίες λάθος πλοκή.
Αν αλλάζατε μοίρες εσείς οι δυο, τα πάντα θα ήταν αλλιώς. Οι ψυχές των απογόνων σας, θα είχαν σωθεί.
Σύγχρονε μου Οιδίποδα, είσαι τυφλός γιατί σκότωσες τον πατέρα σου κατά λάθος. Έναν ξένο καθάρισες. Γι’ αυτό και δε λυτρώθηκες ποτέ.
Κι η γυναίκα με την οποία κοιμήθηκες δεν ήταν το αιώνιο σύμβολο μητρότητας που αναζητούσες μια ζωή στις ερωμένες σου, αλλά η δύναμη προσωποποιημένη. Με άλλα λόγια το θρόνο πήδηξες‧ τη δύναμη‧ το βασιλιά‧ τον πατέρα. Όχι το δικό σου. Εσύ δεν είχες πατέρα‧ ένα φάντασμα είχες, ένα γέρο Άμλετ.
Τον Πατέρα σου τον πραγματικό όχι μόνο δεν τον σκότωσες. Όχι μόνο δεν απαλλάχτηκες. Τον έστησες σε βάθρο κι ας μην τον γνώρισες ποτέ. Έζησες στο σπίτι του, τρώγοντας το βιος του, μέχρι που δεν ήσουνα παιδί. Κι όταν ήρθε η στιγμή να αλλάξεις ρούχα και να γίνεις άνδρας της δικής σου ζωής, φόρεσες τα ρούχα και το στέμμα του. Κοιμήθηκες στο σπίτι του, έκανες σεξ στο γονεϊκό κρεβάτι. Πήρες τη γυναίκα του. Έγινες Αυτός. Κι όταν αναρωτήθηκες ποιος είσαι και δεν είχες ούτε πρόσωπο, ούτε απάντηση, έβαλες φωτιά σε σένα για να απαλλαγείς απ’ την εικόνα του. Κι έσβησες εσένα για να σβήσεις τη μνήμη της ανικανότητάς σου από τον κόσμο.
Κι εσύ σύγχρονη μου Ηλέκτρα, που κουβαλάς το θρήνο και κοιμάσαι με αντικαταθλιπτικά τις νύχτες: τον πατέρα σου πρέπει να σκοτώσεις για να προχωρήσεις τη ζωή σου κι όχι τη μάνα σου. Αυτή ήταν η μόνη υγιής σου διέξοδος, αν δεν ήταν ο μοναδικός γονιός διαθέσιμος να φταίει. Δε σε εγκατέλειψε ποτέ. Δε γύρισε εκείνη από τη μάχη με ένα κορίτσι στην ηλικία σου στο πλευρό. Δεν καθάρισε εκείνη τη μεγάλη σου αδερφή, θέτοντας σε δεύτερη στη σειρά κι εκτεθειμένη σε έναν επικείμενο νέο κίνδυνο. Όταν η ζωή τέλειωσε, εκείνη συνέχισε, αγάπησε, διέθεσε εαυτόν. Ίσως αυτό σε τρόμαξε. Ότι μπορεί να διαδέχεται το θρήνο ένα κατακόκκινο φουστάνι. Αυτό θα σε διέλυε. Ένας θρήνος που τελειώνει. Μια ζωή που συνεχίζει. Μια ενηλικίωση.
Κι ο αδερφός που περιμένεις, ο Μεσσίας, έρχεται να πάρει τη δόξα του φόνου, να σώσει το δικό του τομάρι. Αν σε υπολόγιζε, έστω και λίγο, θα είχε έρθει πιο νωρίς κι όχι όταν έφτασε η κατάσταση στο απροχώρητο. Και θα σε έπαιρνε μαζί στο φόνο. Δε θα σε καταδίκαζε στη γυναικεία σου φύση, στερώντας σου την εκδίκηση που περίμενες τόσα χρόνια. Θα σε λύτρωνε. Και δε θα σε πάντρευε αμέσως με την ίδια τη σιωπηλή σκιά του μη και προλάβεις και δεις πόσο ήσουνα η μάνα σου.
Γι’ αυτό σας λέω: Ή η ψυχανάλυση έχει λάθος πρότυπα, ή οι τραγωδίες λάθος πλοκή.
Αν αλλάζατε μοίρες εσείς οι δυο, τα πάντα θα ήταν αλλιώς. Οι ψυχές των απογόνων σας, θα είχαν σωθεί.
Sunday, April 03, 2011
ΜΕΣΑ

Ένα διαμέρισμα με θέα στην Αθήνα. Άνθρωποι πηγαίνουν κι έρχονται μέσα σ’ αυτό, αναπαράγοντας κινήσεις από τη ζωή ενός σύγχρονου κατοίκου της πόλης‧ απλές, οικείες εικόνες, με μια μικρή διαφορά: ο τέταρτος τοίχος απουσιάζει κι οι απροσδιόριστοι κάτοικοι του διαμερίσματος βρίσκονται εκτεθειμένοι στα μάτια μιας κινούμενης μάζας θεατών, οι οποίοι έχουν την ελευθερία να επιλέξουν πότε θα μπουν και θα βγουν από την αίθουσα, πόσο θα παρακολουθήσουν, που θα κάτσουν.
Αυτό είναι σε γενικές γραμμές το πλαίσιο της νέας ιδέας του Δημήτρη Παπαιωάννου, που ξεκινάει στο Παλλάς από τις 13 Απριλίου. Το ΜΕΣΑ αποτελεί για τα ελληνικά δεδομένα ένα μάλλον ιδιότυπο πείραμα, μια σύνθεση που είναι οργανικά δεμένη με τον κάθε θεατή ξεχωριστά, εξ ου και δε μπορεί να τεθεί σε στενά περιγραφικά πλαίσια. Για να τα πούμε πιο σωστά: πρόκειται για μια προσωπική υπόθεση του καθενός και δε θα με εκπλήξει καθόλου αν δεν καταφέρουμε ποτέ να εξηγήσουμε ο ένας στον άλλον τι σήμαινε για τον καθένα μας ξεχωριστά.
Η πρώτη αίσθηση που σου αφήνει η είσοδος σου στο Παλλάς είναι αυτή της εκκρεμότητας, σαν κάτι να περιμένεις να συμβεί. όταν συντονίζεσαι όμως με τις συνθήκες και την (ας την πούμε) δράση, καταλαβαίνεις ότι δε θα συμβεί τίποτα περισσότερο από αυτό που βλέπεις. Καθώς μπαίνεις σταδιακά μέσα στο πράγμα, σε εκπλήσσει η οικειότητα που νιώθεις με τα επι σκηνής τεκταινόμενα. Η φυσικότητα των κινήσεων των performer σε παραπέμπει άμεσα σε προσωπικές εμπειρίες, άλλωστε εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με χορό (την συγκεκριμένη δηλαδή άποψη ενός χορογράφου) αλλά με γνώριμες σε όλους μας κινήσεις: ο ύπνος, το φαγητό, το ντουζ, η κανονικότητα της οικιακής ζωής.
Ο σκηνικός σχεδιασμός του Δημήτρη Θεοδωρόπουλου και της Σοφίας Ντώνα και τα ηχητικά τοπία του Κωνσταντίνου Βήτα και Κωνσταντίνου Μιχόπουλου συμβάλλουν σ’ αυτή την αίσθηση της οικειότητας με το περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργούν οι performer. Στο πρώτο πεντάλεπτο π.χ. ένιωσα με σαφήνεια τη μεταμεσονύχτια καλοκαιρινή ησυχία ενός διαμερίσματος στο κέντρο. Κι από κει και πέρα ελευθερώθηκαν οι δικές μου αναφορές, οι δικές μου εμπειρίες και σκέψεις. Η παράσταση δηλαδή μπολιάστηκε με το προσωπικό μου στοιχείο, εκτροχιάστηκε και ήξερα ότι από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα ζούσα μια εντελώς διαφορετική εμπειρία από τους συνθεατές μου.
Για να εξηγούμαστε λοιπόν: το μέσα δεν είναι παράσταση. Είναι μια συνθήκη. Ένας τρόπος θεώρησης (κι όχι απλώς θέασης) της ζωής. Αυτό που σου προσφέρει το εισιτήριο σου είναι η είσοδος σε μια διαδικασία ενδοσκόπησης, μια χαλαρωτική συνεδρία, την οποία μπορείς ανά πάσα στιγμή να διακόψεις, και να επιστρέψεις όποια στιγμή μέσα στη μέρα επιθυμείς για να τη συνεχίσεις. Είναι περισσότερο μια διαδικασία που επαναπροσδιορίζει τη σχέση σου με το θέατρο, την πόλη, το χρόνο αφομοίωσης ενός έργου Τέχνης. Δε θα δεις να συμβαίνει κάτι, δεν έχει πλοκή, ούτε χαρακτήρες. Δεν έχει εξέλιξη και δραματική κορύφωση και σε καμιά περίπτωση δεν περιμένεις επιμύθιο. Είναι λεπτά που τρέχουν το ένα μετά το άλλο και σε υπνωτίζουν, μια συνεχόμενη ροή ζωής που συνεχίζεται ακόμα κι όταν κλείνουν οι πόρτες του Θεάτρου και γυρίζει σπίτι του κι ο τελευταίος θεατής.
Ο Παπαιωάννου δεν ανακαλύπτει την Αμερική. Το έχουμε δει το concept είτε στην αγοραία εκδοχή των τηλεοπτικών reality είτε στην ακραία συμβολική και βίαια μορφή των performance της Marina Abramovic (όπως στο the house with the ocean view του 2002). Ο Παπαιωάννου όμως αυτό το γνώριμο πια πλαίσιο το χειρίζεται με τόση ποίηση και τρυφερότητα, που αυτομάτως του προσθέτει μια μεταφυσική υπόσταση. Στερώντας από τους ανθρώπους του οποιοδήποτε υλικό βοήθημα της καθημερινής ζωής ,τους μετατρέπει σε ποιητικά όντα, σε σύμβολα εσωτερικότητας, εκθέτοντας περισσότερο την ψυχολογική τοποθέτηση του σύγχρονου αστού στο χώρο και το χρόνο του.
Στην ουσία μας παραχωρεί τις πρώτες ύλες για να φτιάξουμε το δικό μας σενάριο. Βλέποντας τους ανθρώπους του ΜΕΣΑ (άντρες, γυναίκες) να πηγαινοέρχονται στο χώρο, πιάνεις τον εαυτό σου να υποθέτει τις ιστορίες τους, ακριβώς όπως θα έκανες για τους άγνωστους ενοίκους της απέναντι πολυκατοικίας αν είχες οπτική πρόσβαση στις ιδιωτικές στιγμές τους. Επειδή όμως η θέαση παρέχεται ελεύθερα, δεν υπάρχει ίχνος ηδονοβλεψίας σε αυτό που βλέπεις. Ο σκηνοθέτης έχει φροντίσει να δαμάσει κάθε κανιβαλιστικό ένστικτό του θεατή που παρεμβαίνει οπτικά στη δράση της σκηνής.
Κι αν από τα παραπάνω συμπέρανες ότι ο Παπαιωάννου απλά συνέλαβε μια γενική ιδέα και άφησε τους ερμηνευτές του να την αποδώσουν βάζοντας αυθαίρετα την υπογραφή του, πρέπει να σου πω ότι το ΜΕΣΑ αισθητικά έχει εμφανέστατη την καλλιτεχνική σφραγίδα του, παρέχοντας μας εξαίρετες εικαστικά εικόνες, που χαράσσονται στη μνήμη πλάι στις ομορφότερες στιγμές από τις προηγούμενες δουλειές του.
Το μόνο ίσως που προσωπικά κάπως με ξένισε (τουλάχιστον στο κομμάτι που παρακολούθησα) είναι η έλλειψη αλληλεπίδρασης ανάμεσα στους performer. Φαντάζομαι ότι έχει να κάνει με μια πρόθεση να τονιστεί η έλλειψη επικοινωνίας στο σύγχρονο κόσμο, θα προτιμούσα όμως να μη δηλωνόταν τόσο ξεκάθαρα. Ένας ιδιοφυής καλλιτέχνης, όπως ο Παπαιωάννου που έχει κατορθώσει να δαμάσει τη σωματικότητα και να συμβολοποιήσει την παραμικρή της κίνηση, έχω την αίσθηση πως θα μπορούσε να δείξει την απομόνωση του εγώ ακόμα και με την επαφή (άλλωστε εκεί εστιάζεται και το μεγαλύτερο μέρος του προβλήματος στη σύγχρονη κοινωνία.)
Παρόλα αυτά το ΜΕΣΑ είναι ένα κομβικό έργο στην πορεία του Παπαιωάννου και της Τέχνης του. Όσο απλό κι αν είναι ως ιδέα κι ως υλοποίηση, άλλο τόσο επίκαιρο και ταιριαστό είναι σε μια εποχή που έχουμε χάσει το μέσα μας προσανατολισμό. Σε μια πόλη σε κατάθλιψη που υστεριάζει και ζει το δράμα της υπερβολής της, η σκηνή του Παλλάς μοιάζει με μια κοιτίδα οξυγόνου, κάτι που μπορεί να εξισορροπήσει τη φασαρία του κόσμου.
Από την άλλη όσοι σπεύδουν να το αποκαλέσουν αριστούργημα μοιάζουν να το αδικούν, δίνοντας του διαστάσεις που δεν είχε καν στις προθέσεις του. Είναι σαν να λες αριστούργημα το απέναντι μπαλκόνι, γιατί αυτό ακριβώς έχει καταφέρει ο Παπαιωάννου: να στήσει ολόκληρη την Αθήνα σε μια σκηνή, αφαιρετικά μα και με τόση σαφήνεια. Τονίζοντας μικρές λεπτομέρειες, όπως το μωσαϊκό στο πάτωμα και την αρχιτεκτονική της αστικής πολυκατοικίας που συνέθεσε το τοπίο της Αττικής από το 70 και μετά και σπεύδουμε να κατοικήσουμε όσοι αναζητάμε το νέο, εκτός του πατρικού, σπίτι στο κέντρο, θέτει όχι μόνο το τοπικό αλλά και το χρονικό πλαίσιο. Γι’ αυτό και το ΜΕΣΑ είναι ένα έργο γενιάς για την αυτοδιάθεση και το αδιέξοδό της από έναν καλλιτέχνη που μπορεί να καυχιέται ότι ακόμα κι αν παίζει με όρους κατεστημένου, μπορεί και παραμένει νέος, ανήσυχος και δημιουργικός.
To ΜΕΣΑ είναι από αυτά τα ιδιαίτερα έργα τέχνης που δε μπορείς να αποκαλέσεις με τίποτα αριστούργημα, εκτός κι αν αυτό που συντελεστεί μέσα σου σε κάνει να το δεις έτσι. Μπορώ να σεβαστώ αυτόν που θα μου πει ότι είναι μια φούσκα, εξίσου μ’ εκείνον που θα μιλήσει για μια εμπειρία ζωής. Γιατί αυτό που κάνει ουσιαστικά το ΜΕΣΑ είναι να σε θέσει απέναντι στον εαυτό σου. Αν έχεις κάτι να πεις μαζί του ή όχι αυτό είναι αποκλειστικά και μόνο δική σου υπόθεση.
Αυτό είναι σε γενικές γραμμές το πλαίσιο της νέας ιδέας του Δημήτρη Παπαιωάννου, που ξεκινάει στο Παλλάς από τις 13 Απριλίου. Το ΜΕΣΑ αποτελεί για τα ελληνικά δεδομένα ένα μάλλον ιδιότυπο πείραμα, μια σύνθεση που είναι οργανικά δεμένη με τον κάθε θεατή ξεχωριστά, εξ ου και δε μπορεί να τεθεί σε στενά περιγραφικά πλαίσια. Για να τα πούμε πιο σωστά: πρόκειται για μια προσωπική υπόθεση του καθενός και δε θα με εκπλήξει καθόλου αν δεν καταφέρουμε ποτέ να εξηγήσουμε ο ένας στον άλλον τι σήμαινε για τον καθένα μας ξεχωριστά.
Η πρώτη αίσθηση που σου αφήνει η είσοδος σου στο Παλλάς είναι αυτή της εκκρεμότητας, σαν κάτι να περιμένεις να συμβεί. όταν συντονίζεσαι όμως με τις συνθήκες και την (ας την πούμε) δράση, καταλαβαίνεις ότι δε θα συμβεί τίποτα περισσότερο από αυτό που βλέπεις. Καθώς μπαίνεις σταδιακά μέσα στο πράγμα, σε εκπλήσσει η οικειότητα που νιώθεις με τα επι σκηνής τεκταινόμενα. Η φυσικότητα των κινήσεων των performer σε παραπέμπει άμεσα σε προσωπικές εμπειρίες, άλλωστε εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με χορό (την συγκεκριμένη δηλαδή άποψη ενός χορογράφου) αλλά με γνώριμες σε όλους μας κινήσεις: ο ύπνος, το φαγητό, το ντουζ, η κανονικότητα της οικιακής ζωής.
Ο σκηνικός σχεδιασμός του Δημήτρη Θεοδωρόπουλου και της Σοφίας Ντώνα και τα ηχητικά τοπία του Κωνσταντίνου Βήτα και Κωνσταντίνου Μιχόπουλου συμβάλλουν σ’ αυτή την αίσθηση της οικειότητας με το περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργούν οι performer. Στο πρώτο πεντάλεπτο π.χ. ένιωσα με σαφήνεια τη μεταμεσονύχτια καλοκαιρινή ησυχία ενός διαμερίσματος στο κέντρο. Κι από κει και πέρα ελευθερώθηκαν οι δικές μου αναφορές, οι δικές μου εμπειρίες και σκέψεις. Η παράσταση δηλαδή μπολιάστηκε με το προσωπικό μου στοιχείο, εκτροχιάστηκε και ήξερα ότι από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα ζούσα μια εντελώς διαφορετική εμπειρία από τους συνθεατές μου.
Για να εξηγούμαστε λοιπόν: το μέσα δεν είναι παράσταση. Είναι μια συνθήκη. Ένας τρόπος θεώρησης (κι όχι απλώς θέασης) της ζωής. Αυτό που σου προσφέρει το εισιτήριο σου είναι η είσοδος σε μια διαδικασία ενδοσκόπησης, μια χαλαρωτική συνεδρία, την οποία μπορείς ανά πάσα στιγμή να διακόψεις, και να επιστρέψεις όποια στιγμή μέσα στη μέρα επιθυμείς για να τη συνεχίσεις. Είναι περισσότερο μια διαδικασία που επαναπροσδιορίζει τη σχέση σου με το θέατρο, την πόλη, το χρόνο αφομοίωσης ενός έργου Τέχνης. Δε θα δεις να συμβαίνει κάτι, δεν έχει πλοκή, ούτε χαρακτήρες. Δεν έχει εξέλιξη και δραματική κορύφωση και σε καμιά περίπτωση δεν περιμένεις επιμύθιο. Είναι λεπτά που τρέχουν το ένα μετά το άλλο και σε υπνωτίζουν, μια συνεχόμενη ροή ζωής που συνεχίζεται ακόμα κι όταν κλείνουν οι πόρτες του Θεάτρου και γυρίζει σπίτι του κι ο τελευταίος θεατής.
Ο Παπαιωάννου δεν ανακαλύπτει την Αμερική. Το έχουμε δει το concept είτε στην αγοραία εκδοχή των τηλεοπτικών reality είτε στην ακραία συμβολική και βίαια μορφή των performance της Marina Abramovic (όπως στο the house with the ocean view του 2002). Ο Παπαιωάννου όμως αυτό το γνώριμο πια πλαίσιο το χειρίζεται με τόση ποίηση και τρυφερότητα, που αυτομάτως του προσθέτει μια μεταφυσική υπόσταση. Στερώντας από τους ανθρώπους του οποιοδήποτε υλικό βοήθημα της καθημερινής ζωής ,τους μετατρέπει σε ποιητικά όντα, σε σύμβολα εσωτερικότητας, εκθέτοντας περισσότερο την ψυχολογική τοποθέτηση του σύγχρονου αστού στο χώρο και το χρόνο του.
Στην ουσία μας παραχωρεί τις πρώτες ύλες για να φτιάξουμε το δικό μας σενάριο. Βλέποντας τους ανθρώπους του ΜΕΣΑ (άντρες, γυναίκες) να πηγαινοέρχονται στο χώρο, πιάνεις τον εαυτό σου να υποθέτει τις ιστορίες τους, ακριβώς όπως θα έκανες για τους άγνωστους ενοίκους της απέναντι πολυκατοικίας αν είχες οπτική πρόσβαση στις ιδιωτικές στιγμές τους. Επειδή όμως η θέαση παρέχεται ελεύθερα, δεν υπάρχει ίχνος ηδονοβλεψίας σε αυτό που βλέπεις. Ο σκηνοθέτης έχει φροντίσει να δαμάσει κάθε κανιβαλιστικό ένστικτό του θεατή που παρεμβαίνει οπτικά στη δράση της σκηνής.
Κι αν από τα παραπάνω συμπέρανες ότι ο Παπαιωάννου απλά συνέλαβε μια γενική ιδέα και άφησε τους ερμηνευτές του να την αποδώσουν βάζοντας αυθαίρετα την υπογραφή του, πρέπει να σου πω ότι το ΜΕΣΑ αισθητικά έχει εμφανέστατη την καλλιτεχνική σφραγίδα του, παρέχοντας μας εξαίρετες εικαστικά εικόνες, που χαράσσονται στη μνήμη πλάι στις ομορφότερες στιγμές από τις προηγούμενες δουλειές του.
Το μόνο ίσως που προσωπικά κάπως με ξένισε (τουλάχιστον στο κομμάτι που παρακολούθησα) είναι η έλλειψη αλληλεπίδρασης ανάμεσα στους performer. Φαντάζομαι ότι έχει να κάνει με μια πρόθεση να τονιστεί η έλλειψη επικοινωνίας στο σύγχρονο κόσμο, θα προτιμούσα όμως να μη δηλωνόταν τόσο ξεκάθαρα. Ένας ιδιοφυής καλλιτέχνης, όπως ο Παπαιωάννου που έχει κατορθώσει να δαμάσει τη σωματικότητα και να συμβολοποιήσει την παραμικρή της κίνηση, έχω την αίσθηση πως θα μπορούσε να δείξει την απομόνωση του εγώ ακόμα και με την επαφή (άλλωστε εκεί εστιάζεται και το μεγαλύτερο μέρος του προβλήματος στη σύγχρονη κοινωνία.)
Παρόλα αυτά το ΜΕΣΑ είναι ένα κομβικό έργο στην πορεία του Παπαιωάννου και της Τέχνης του. Όσο απλό κι αν είναι ως ιδέα κι ως υλοποίηση, άλλο τόσο επίκαιρο και ταιριαστό είναι σε μια εποχή που έχουμε χάσει το μέσα μας προσανατολισμό. Σε μια πόλη σε κατάθλιψη που υστεριάζει και ζει το δράμα της υπερβολής της, η σκηνή του Παλλάς μοιάζει με μια κοιτίδα οξυγόνου, κάτι που μπορεί να εξισορροπήσει τη φασαρία του κόσμου.
Από την άλλη όσοι σπεύδουν να το αποκαλέσουν αριστούργημα μοιάζουν να το αδικούν, δίνοντας του διαστάσεις που δεν είχε καν στις προθέσεις του. Είναι σαν να λες αριστούργημα το απέναντι μπαλκόνι, γιατί αυτό ακριβώς έχει καταφέρει ο Παπαιωάννου: να στήσει ολόκληρη την Αθήνα σε μια σκηνή, αφαιρετικά μα και με τόση σαφήνεια. Τονίζοντας μικρές λεπτομέρειες, όπως το μωσαϊκό στο πάτωμα και την αρχιτεκτονική της αστικής πολυκατοικίας που συνέθεσε το τοπίο της Αττικής από το 70 και μετά και σπεύδουμε να κατοικήσουμε όσοι αναζητάμε το νέο, εκτός του πατρικού, σπίτι στο κέντρο, θέτει όχι μόνο το τοπικό αλλά και το χρονικό πλαίσιο. Γι’ αυτό και το ΜΕΣΑ είναι ένα έργο γενιάς για την αυτοδιάθεση και το αδιέξοδό της από έναν καλλιτέχνη που μπορεί να καυχιέται ότι ακόμα κι αν παίζει με όρους κατεστημένου, μπορεί και παραμένει νέος, ανήσυχος και δημιουργικός.
To ΜΕΣΑ είναι από αυτά τα ιδιαίτερα έργα τέχνης που δε μπορείς να αποκαλέσεις με τίποτα αριστούργημα, εκτός κι αν αυτό που συντελεστεί μέσα σου σε κάνει να το δεις έτσι. Μπορώ να σεβαστώ αυτόν που θα μου πει ότι είναι μια φούσκα, εξίσου μ’ εκείνον που θα μιλήσει για μια εμπειρία ζωής. Γιατί αυτό που κάνει ουσιαστικά το ΜΕΣΑ είναι να σε θέσει απέναντι στον εαυτό σου. Αν έχεις κάτι να πεις μαζί του ή όχι αυτό είναι αποκλειστικά και μόνο δική σου υπόθεση.
Saturday, March 26, 2011
The Umbrellas of Cherbourg
Αν είσαι τακτικός επισκέπτης στο Jirashimoσπιτο, γνωρίζεις ήδη ότι οι Ομπρέλες του Χερβούργου (Les Parapluies de Cherbourg – 1964) είναι εμβληματική αναφορά του γράφοντος (click here).
Αν έρχεσαι πρώτη φορά, αυτό που πρέπει ίσως να ξέρεις αν δεν έχεις δει την ταινία, είναι ότι πρόκειται ουσιαστικά για το πρώτο σημαντικό ευρωπαϊκό μιούζικαλ, γυρισμένο στον πυρετό του κινήματος της Nouvelle Vague (παίρνοντας όμως και σεβαστές αποστάσεις από τις υπόλοιπες ταινίες του είδους).
Ενώ οι δημιουργοί των ταινιών του κινήματος γύριζαν κατά κύριο λόγο free style ταινίες, ως απάντηση στην αυστηρότητα της προηγούμενης περιόδου, και υποβάλλοντας τα σέβη τους στο αμερικάνικο σινεμά – με έμφαση στο film noir- o Jacques Demy αποδίδει τις αναφορικές του δάφνες στο χολιγουντιανό μιούζικαλ των δεκαετιών 30-40-50, με μια πειραματική κατά κύριο λόγο ταινία, γυρισμένη σε ένα technicolor που κόβει την ανάσα, και που διέπεται από τραγούδι (sing through στη γλώσσα του μουσικού έργου), που όμως αντί να αποτελείται από μια εναλλαγή recitativi και αριών, χρησιμοποιεί ως λιμπρέτο ένα κανονικότατο ανομοιοκατάληκτο, προζάτο σενάριο.
Στη γοητεία του εγχειρήματος συνέβαλε κι η εξαιρετική free jazz μουσική του Michel Legrand, που εστιάζει στο μπάσο και τα πνευστά δίνοντας μια ρέουσα αίσθηση ελευθερίας στο score. Το soundtrack της ταινίας κατάφερε να μείνει στην ιστορία, χαρίζοντας στο Legrand δυο διεθνείς επιτυχίες, με την αμερικάνικη εκδοχή δύο μελωδικών θεμάτων της ταινίας: του “Watch what Happens” και φυσικά του θρυλικού “I will wait for you”, ενός ίσως από τα πιο γνωστά κινηματογραφικά θέματα της δεκαετίας του 60.
Ο Jacques Demy στις Ομπρέλες -με λίγα λόγια- παίρνοντας ένα κλισέ μελό σενάριο (αγόρι συναντά κορίτσι κι η ζωή τους χωρίζει), φτιάχνει μια ταινία ύμνο στο κινηματογραφικό ρομάντζο και στην απόλυτη απομυθοποίηση του. Στην πραγματικότητα σκοπός του είναι να υμνήσει το ψέμα του κινηματογράφου και το πως η ζωή παίρνει ασυγκίνητη τις αποστάσεις της απ’ αυτό. Το αποτέλεσμα είναι ένα sui generis δισυπόστατο φιλμ που λειτουργεί ως μια ρομαντική ιστορία (σημείο αναφοράς για τους εραστές των love stories), αλλά και ως ένα σαρκαστικό κινηματογραφικό πείραμα, πλημμυρισμένο από συνωμοτικά κλεισίματα ματιών στους έμπειρους σινεφίλ.
Αυτή η αγαπημένη ταινία, φέτος διασκευάστηκε από την αρχή ειδικά για την αγγλική σκηνή (έχουν προηγηθεί τα ανεβάσματα – γαλλικό και αγγλικό- της δεκαετίας του 70) και ανέβηκε στο Gielgud Theatre του Λονδίνου. Επικεφαλής η ταλαντούχα σκηνοθέτις και χορογράφος Emma Rice και η θεατρική της ομάδα, Kneehigh Company. Η Rice ήταν επιλογή του ίδιου του Legrand, ο οποίος της ζήτησε προσωπικά να επιμεληθεί του ανεβάσματος, όταν παρακολούθησε την επιτυχημένη προηγούμενη παράστασή της, τη σκηνική μεταφορά του Brief Encounter του Noel Coward στο Broadway.
Η Rice, όπως δήλωσε, δεν είχε ιδέα για την ταινία πριν την ανάθεση και μπήκε στη διαδικασία χωρίς να έχει το φιλμ του Demy ως αισθητική αναφορά. Εδώ ξεκινάει και η γοητευτική ανατροπή της θεατρικής εκδοχής. Όποιος περιμένει τα εκτυφλωτικά παστέλ της οθόνης, κατά πάσα πιθανότητα θα απογοητευτεί, καθώς η Rice τα χρησιμοποιεί μόνο υπαινικτικά, ενώ εστιάζει σε ένα υπέροχο θεατρικότατο σκοτάδι που κατατροπώνεται κατά τόπους από τη σοφή χρήση πινακίδων neon και μακρινά φώτα της πόλης. Οι ομπρέλες της είναι εξαρχής πιο ενήλικες, σκοτεινές και σκληρές. Οι ήρωες κινούνται σαν μαριονέτες ενώ και το ίδιο το λιμάνι του Cherbourg αποτελείται από κτίρια μινιατούρες που εμφανίζονται κι εξαφανίζονται σύμφωνα με τις σκηνικές ανάγκες.
Προκειμένου να κεντρίσει το ενδιαφέρον ενός διεθνούς κοινού, που δεν έχει αναγκαστικά την ταινία ως σημείο αναφοράς, εστιάζει στην πιο γοητευτική εκδοχή του γαλλικού romance, όπως έχει επικρατήσει στην κοινή συνείδηση, δίνοντας μια απόχρωση cabaret στο όλο εγχείρημα. Γι’ αυτό εισαγάγει τον χαρακτήρα της Maitresse, μιας mistress of ceremonies, σκοτεινής όσο και προσιτής για να μας ξεναγήσει σε μια από τις πολλές, τυχαίες, σημαντικές κι ασήμαντες ερωτικές ιστορίες που λαμβάνουν χώρα στα λιμάνια της Γαλλίας. Η Maitresse μπαίνει και βγαίνει στη δράση με διάφορες ιδιότητες: γίνεται πελάτισσα στο μαγαζί με τις ομπρέλες της Madame Emery, μια πριμαντόνα στην Όπερα, μια πόρνη, η Lola, η παλιά ερωμένη του Roland Cachard (από την ομώνυμη ταινία του Demy του 1961) και για μια μόνο στιγμή η Cleo η μυστηριώδης ηρωίδα της Agnes Varda, αγαπημένης συζύγου του Demy.
Το Cherbourg της Rice θυμίζει την ίδια στιγμή τις στιλιζαρισμένες φωτογραφήσεις των Pierres et Gilles, τις καμπάνιες του Jean Paul Gaultier, τον Καυγατζή του Jean Genet και του Reiner Werner Fassbinder, αλλά κι ένα παιδικό δωμάτιο με διασκορπισμένα παιχνίδια παντού. Το κατάστημα με τις ομπρέλες, το γκαράζ, το κλαμπ, τα καταστήματα, η γέφυρα με την επιγραφή Je t’ aime που συναντιούνται κρυφά οι εραστές και που σταδιακά αρχίζει να σβήνει μέχρι να απομείνει αναμμένο μονάχα το ame της ψυχής, όλα συνθέτουν μια μικρή πόλη που θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε πόλη –πραγματική ή φανταστική- στην οποία έχει παιχτεί μια οποιαδήποτε ερωτική ιστορία.
Ώσπου φτάνει το θρυλικό φινάλε. Το μοναδικό κομμάτι της παράστασης που είναι φωτογραφική αναπαραγωγή της ταινίας: η τελευταία συνάντηση του Guy και της Genevieve, μετά από χρόνια, όταν οι ζωές τους έχουν πάρει το δρόμο τους (χωριστά) και κανείς από τους δυο δεν πέθανε από θλίψη. Η Rice έχει στήσει το ακριβές χιονισμένο τοπίο, τα ακριβή κοστούμια και σκηνικά, το μόνο που διαφοροποιεί την εικόνα από το φιλμ, είναι η θλιμμένη μαυροφορεμένη maitresse στη στέγη του γκαράζ που κοιτάζει τους δυο παλιούς εραστές από ψηλά. Ξαφνικά η μουσική του I will wait for you ακούγεται ρεμιξαρισμένη και σαμπλαρισμένη με διαλόγους από την ταινία, ενώ μέσα από το κοινό βγαίνουν και κάθονται στην άκρη της σκηνής όλα τα πρόσωπα του δράματος: η νεκρή Madame Emery, ο Roland Cachard, η Madelaine, o Monsieur Dubourg, ναύτες και πόρνες του λιμανιού.
Τα σκηνικά αποσύρονται, απογυμνώνοντας τη σκηνή, ενώ στο βάθος προβάλλονται εικόνες από το δρόμο σε πραγματικό χρόνο. Αρχίζει να χιονίζει στην πλατεία. Το Cherbourg είναι πια το Gielgud Theatre, το 1962 είναι τώρα. Η maitresse με το κοστούμι της παράστασης έχει βγει μέσα στο πλήθος και ζητάει φωτιά από τους ξαφνιασμένους περαστικούς, ίσως κι αφορμή για να τους ξαναπεί αυτή την τυχαία ερωτική ιστορία που άρχισε με τους όρους του σινεμά και τέλειωσε με εκείνους της πραγματικής ζωής. Με μια μικρή στάση σε ένα θέατρο της Shaftesbury Avenue.
Wednesday, March 23, 2011
Monday, March 14, 2011
Αναλύσεις

Τη ζωή δεν την υπεραναλύεις. Δε θα καταλήξεις πουθενά. Κι όσο καλύτερα νομίζεις πως εξασκείς το άθλημα, τόσο πιο γελασμένος θα βγεις στο τέλος. Έχεις ένα κάποιο λέγειν και έναν διαισθητικό τρόπο σκέψης. Σε επαινούν από παιδί γι’ αυτό και έμαθες να φτάνει. Το βλέπεις όμως πως δεν καταλήγεις κάπου. Εστιάζεις σε λάθος πράγματα. Γι’ αυτό.
Μίλησες για ιδέες‧ φιλοσόφησες‧ ανέλυσες‧ τοποθετήθηκες‧ συμπέρανες. Έχεις απόψεις, παγιωμένες για τα περισσότερα πολύπλοκα ζητήματα της ύπαρξης. Γύρνα τώρα λίγο στα απλά μπας κι οσφρανθείς τα σύνθετα:
Ξύπνησα. Έβαλα μουσική. Έφτιαξα καφέ. Προσεγμένο. Με ζάχαρη. Δεν αγαπώ τη ζάχαρη, όμως δεν ξέρω πως αλλιώς προσέχεται ο καφές.
Αφήνω ανοιχτά ενδεχόμενα. Οι δουλειές της μέρας. Στα απλά φιλοσοφείς. Καθώς πληρώνεις λογαριασμούς ή πας στην εφορία.
Στο δρόμο σκέφτεσαι. Στη φασαρία. Στην ησυχία δε σκέφτεσαι ποτέ. Στην ησυχία φοβάσαι κι εφευρίσκεις τεχνητές φασαρίες που σε αποσυντονίζουν: μια τηλεόραση, ένα τηλέφωνο, ραδιόφωνο. Πολλές φορές όλα μαζί.
Μπαίνω στο λεωφορείο. Φτάνω στο τέρμα κι από εκεί ταξί. Στη θάλασσα. Οι μέρες γλύκαναν.
Η φασαρία του δρόμου είναι καλή. Δεν την αφοράς. Κινείται ερήμην σου, εξ ου και σε προστατεύει. Στη φασαρία του δρόμου, μπορείς ακόμα και να μονολογήσεις ή να ψιθυρίσεις 2-3 στιχάκια να δεις να δένουν μεταξύ τους.
Καφές στο χέρι. Μαύρη ζάχαρη. Έτσι προσέχεται ο καφές. Δεν έχει άλλο τρόπο.
Με τα απλά να συνομιλείς. Με τις βιτρίνες. Αυτές φέρνουν την άνοιξη. Όχι οι ορμόνες σου. Οι καινούργιες γραμμές στα ρούχα και τα παπούτσια φέρνουν την άνοιξη. Αυτά μας ντύνουν. Όχι τα ρούχα ακριβώς, μα όσα κουβαλούν μαζί τους. Τα πλαστικά σώματα που αποκαλύπτονται λίγο περισσότερο απ' όσο αντέχουν οι προσδοκίες σου.
Στους βιαστικούς των δρόμων είναι η φιλοσοφία. Στους αργόσχολους των καφενείων, στους εργάτες του δήμου, στους επιβάτες των λεωφορείων, στους μετανάστες των φαναριών. Σε μια φευγαλέα ανεπιτήδευτη κίνηση δυο χεριών. Δε θα τη φανταζόσουν. Όλη την ησυχία του κόσμου να είχες διαθέσιμη, δε θα πήγαινε ποτέ ο νους σου πως μπορεί ένα ζευγάρι χέρια να κινηθεί έτσι για να εκφράσει μια ιδέα -την αγανάκτηση πες.
Κι εκεί που θα καθόμουν δέκα ώρες να σου αναλύω το αίσθημα της αγανάκτησης, μπορώ να σου περιγράψω δυο χέρια σε μια φευγαλέα ανεπιτήδευτη κίνηση. Κι αυτό θα είναι η αγανάκτηση. Αυτό και μόνο. Δε θα έχει υπάρξει τίποτα άλλο στον κόσμο πιο αγανάκτηση απ’ αυτό.
Μισή ώρα έξω από τους ρυθμούς σου είναι η φιλοσοφία. Μισή ώρα παραδίπλα απ’ την ρουτίνα. Μέσα στους μηχανισμούς του κόσμου. Γιατί τον κόσμο θες να περιγράψεις κι εσύ. Απ’ την αρχή αυτό ήθελες κι ας ξέφυγες. Κι ας νόμισες πως βρέθηκες εντεταλμένος να εξηγήσεις τα μεγάλα μυστήρια του σύμπαντος.
Το μεγαλύτερο μυστήριο του σύμπαντος όμως είναι αυτό: πως να νιώθεις δικαιωμένος χωρίς καμιά αιτία. Αυτονόητος μέσα στα αυτονόητα. Μέρος του κόσμου αναπόσπαστο. Μυστηριώδης κι ανεξήγητος όπως όλα.
Μίλησες για ιδέες‧ φιλοσόφησες‧ ανέλυσες‧ τοποθετήθηκες‧ συμπέρανες. Έχεις απόψεις, παγιωμένες για τα περισσότερα πολύπλοκα ζητήματα της ύπαρξης. Γύρνα τώρα λίγο στα απλά μπας κι οσφρανθείς τα σύνθετα:
Ξύπνησα. Έβαλα μουσική. Έφτιαξα καφέ. Προσεγμένο. Με ζάχαρη. Δεν αγαπώ τη ζάχαρη, όμως δεν ξέρω πως αλλιώς προσέχεται ο καφές.
Αφήνω ανοιχτά ενδεχόμενα. Οι δουλειές της μέρας. Στα απλά φιλοσοφείς. Καθώς πληρώνεις λογαριασμούς ή πας στην εφορία.
Στο δρόμο σκέφτεσαι. Στη φασαρία. Στην ησυχία δε σκέφτεσαι ποτέ. Στην ησυχία φοβάσαι κι εφευρίσκεις τεχνητές φασαρίες που σε αποσυντονίζουν: μια τηλεόραση, ένα τηλέφωνο, ραδιόφωνο. Πολλές φορές όλα μαζί.
Μπαίνω στο λεωφορείο. Φτάνω στο τέρμα κι από εκεί ταξί. Στη θάλασσα. Οι μέρες γλύκαναν.
Η φασαρία του δρόμου είναι καλή. Δεν την αφοράς. Κινείται ερήμην σου, εξ ου και σε προστατεύει. Στη φασαρία του δρόμου, μπορείς ακόμα και να μονολογήσεις ή να ψιθυρίσεις 2-3 στιχάκια να δεις να δένουν μεταξύ τους.
Καφές στο χέρι. Μαύρη ζάχαρη. Έτσι προσέχεται ο καφές. Δεν έχει άλλο τρόπο.
Με τα απλά να συνομιλείς. Με τις βιτρίνες. Αυτές φέρνουν την άνοιξη. Όχι οι ορμόνες σου. Οι καινούργιες γραμμές στα ρούχα και τα παπούτσια φέρνουν την άνοιξη. Αυτά μας ντύνουν. Όχι τα ρούχα ακριβώς, μα όσα κουβαλούν μαζί τους. Τα πλαστικά σώματα που αποκαλύπτονται λίγο περισσότερο απ' όσο αντέχουν οι προσδοκίες σου.
Στους βιαστικούς των δρόμων είναι η φιλοσοφία. Στους αργόσχολους των καφενείων, στους εργάτες του δήμου, στους επιβάτες των λεωφορείων, στους μετανάστες των φαναριών. Σε μια φευγαλέα ανεπιτήδευτη κίνηση δυο χεριών. Δε θα τη φανταζόσουν. Όλη την ησυχία του κόσμου να είχες διαθέσιμη, δε θα πήγαινε ποτέ ο νους σου πως μπορεί ένα ζευγάρι χέρια να κινηθεί έτσι για να εκφράσει μια ιδέα -την αγανάκτηση πες.
Κι εκεί που θα καθόμουν δέκα ώρες να σου αναλύω το αίσθημα της αγανάκτησης, μπορώ να σου περιγράψω δυο χέρια σε μια φευγαλέα ανεπιτήδευτη κίνηση. Κι αυτό θα είναι η αγανάκτηση. Αυτό και μόνο. Δε θα έχει υπάρξει τίποτα άλλο στον κόσμο πιο αγανάκτηση απ’ αυτό.
Μισή ώρα έξω από τους ρυθμούς σου είναι η φιλοσοφία. Μισή ώρα παραδίπλα απ’ την ρουτίνα. Μέσα στους μηχανισμούς του κόσμου. Γιατί τον κόσμο θες να περιγράψεις κι εσύ. Απ’ την αρχή αυτό ήθελες κι ας ξέφυγες. Κι ας νόμισες πως βρέθηκες εντεταλμένος να εξηγήσεις τα μεγάλα μυστήρια του σύμπαντος.
Το μεγαλύτερο μυστήριο του σύμπαντος όμως είναι αυτό: πως να νιώθεις δικαιωμένος χωρίς καμιά αιτία. Αυτονόητος μέσα στα αυτονόητα. Μέρος του κόσμου αναπόσπαστο. Μυστηριώδης κι ανεξήγητος όπως όλα.
Friday, February 18, 2011
Το σώμα

Το σώμα – λένε – προειδοποιεί για τα πάντα.
Ακόμα κι όσα το στόμα κρύβει, το σώμα τα μιλάει.
Είναι έξυπνο το σώμα.
Σωπαίνει το στόμα, μιλάει το σώμα.
Όσο πιο πολύ σωπαίνει το στόμα, τόσο πιο πολύ μιλάει το σώμα.
Κι επειδή δεν έχει άλλο τρόπο να μιλήσει, αναγκάζει το στόμα να τα πει με σημασία παραλλαγμένη.
Το σώμα ξέρει μόνο ότι κάτι φταίει. Γιατί το σώμα αγγίζεται από σώματα κι οι επαφές μιλούν με γεγονότα.
Και μια κρίσιμη στιγμή το σώμα θυσιάζεται για όσα δε λέει το στόμα κι εφευρίσκει έναν πόνο να υποφέρει.
Για να πει το στόμα επιτέλους «υποφέρω» - γι’ άλλο λόγο, κι άλλο να εννοεί.
Κι αφού τα πει και βγουν ελεύθερα γυρνάει το στόμα και λέει στο σώμα: "Ήρεμα τώρα: Δηλωθήκαμε". Σπάνιες λέξεις - δώρα που το σώμα το βουβό το συγκινούν.
Τότε χαλαρώνει το σώμα, σωπαίνει το στόμα κι είναι όλα όπως πριν.
Πλην της απόφασης.
Ακόμα κι όσα το στόμα κρύβει, το σώμα τα μιλάει.
Είναι έξυπνο το σώμα.
Σωπαίνει το στόμα, μιλάει το σώμα.
Όσο πιο πολύ σωπαίνει το στόμα, τόσο πιο πολύ μιλάει το σώμα.
Κι επειδή δεν έχει άλλο τρόπο να μιλήσει, αναγκάζει το στόμα να τα πει με σημασία παραλλαγμένη.
Το σώμα ξέρει μόνο ότι κάτι φταίει. Γιατί το σώμα αγγίζεται από σώματα κι οι επαφές μιλούν με γεγονότα.
Και μια κρίσιμη στιγμή το σώμα θυσιάζεται για όσα δε λέει το στόμα κι εφευρίσκει έναν πόνο να υποφέρει.
Για να πει το στόμα επιτέλους «υποφέρω» - γι’ άλλο λόγο, κι άλλο να εννοεί.
Κι αφού τα πει και βγουν ελεύθερα γυρνάει το στόμα και λέει στο σώμα: "Ήρεμα τώρα: Δηλωθήκαμε". Σπάνιες λέξεις - δώρα που το σώμα το βουβό το συγκινούν.
Τότε χαλαρώνει το σώμα, σωπαίνει το στόμα κι είναι όλα όπως πριν.
Πλην της απόφασης.
Monday, February 07, 2011
το Υποβολείο

Υπάρχει ένας υποβολέας. Σε ένα έργο πολύ δημοφιλές. Στις μέρες του είχε παίξει κι ο ίδιος το βασικό ρόλο. Οι φήμες λένε με μεγάλη επιτυχία και διθυραμβικές κριτικές. Πέρασαν όμως τα χρόνια, αλλάξαν οι απαιτήσεις των καιρών και των σκηνοθετών, και βρέθηκε απ’ τη σκηνή στο υποβολείο.
Ο ρόλος που του ανατέθηκε να υπαγορεύει είναι πολύ απαιτητικός, γι’ αυτό προφανώς κι ο θεατρώνης επέλεξε αυτόν. Κάποιοι σύγχρονοί του έλεγαν πως τον είχε βιώσει τόσο έντονα, που τον ζούσε ακόμα, αραδιάζοντας σκόρπιες ατάκες απ’ το έργο στην καθημερινότητά του.
Να ‘τος λοιπόν και πάλι, αιώνες μετά, αντιμέτωπος με τον ίδιο ρόλο και τα φαντάσματα του. Τι κι αν βρίσκεται πια σφηνωμένος σ’ αυτό το στενό κουτί της σκηνής, αθέατος από παντού. Στο κεφάλι του είναι και πάλι ο ρόλος. Νιώθει όπως η ήρωας του‧ μοιράζεται τη σκέψη και τα πάθη του.
Όσο κι αν ταυτίζεται όμως, όσο κι αν συμπάσχει, ελάχιστη σημασία έχει για το κοινό ή το έργο αν κουνά χέρια και πόδια με πάθος. Κανείς δεν τον κοιτάζει, έτσι κρυμμένος που βρίσκεται.
Στη θέση που είναι τον βλέπει μόνο ο πρωταγωνιστής της παράστασης. Ακούει ξεκάθαρα τα λόγια. Είναι ατσίδα – τα πιάνει, είναι εμφανές όμως πως τον έχουν αιφνιδιάσει τα φώτα της σκηνής και τα αδηφάγα βλέμματα των θεατών και έχει πελαγώσει.
Ο έμπειρος υποβολέας γνωρίζει καλά πως, ακόμα κι αν μόλις άνοιξε η αυλαία, το έργο σύντομα θα τελειώσει. Κι οι δυο τους, ηθοποιός κι υποβολέας, θα βρεθούν στα προσφιλή τους παρασκήνια, ασφαλείς στα κανονικά τους μέτρα.
Μέχρι τότε όμως χωμένος στην υπόγεια κρυψώνα του, ο υποβολέας μας μπορεί μόνο να υποθέτει τις αντιδράσεις των θεατών. Δεν έχει ιδέα αν επικροτούν ή όχι την παράσταση. Κι ο ηθοποιός του, ο επί σκηνής εαυτός του, εγκλωβισμένος στα στενά όρια του ρόλου του δε μπορεί να δώσει ξεκάθαρο σήμα.
Ο υποβολέας πρέπει να προσέχει να μη βγει λάθος λέξη από το στόμα του. Έχει μεγάλη ευθύνη. Δεν κρατά μόνο τα λόγια, αλλά ξέρει και πόσο άγριο μπορεί να γίνει το κοινό αν δεν πειστεί. Γι’ αυτό κι οφείλει να αφήσει τον ηθοποιό εκτεθειμένο στους κινδύνους του ρόλου- απροειδοποίητο. Ο Καίσαρας δεν πρέπει να μάθει για το μαχαίρι του Βρούτου, πριν την ώρα του. Το κοινό δε συγχωρεί ένα υποψιασμένο θύμα.
Αυτό το κοινό όμως -όπως κι ο ρόλος, το έργο ή το χειροκρότημα- ανήκει μόνο σ’ αυτόν που εκτίθεται στα μάτια του κι όχι σ’ όποιον βρέθηκε κάποτε μπροστά του। Το κοινό έτσι κι αλλιώς δεν έχει μνήμη। Γι’ αυτό κι αρέσκεται να κατασπαράζει τους ηθοποιούς, αφού παίξουν ένα ρόλο. Κι αφού τελειώσει μαζί τους, τους στέλνει κάτω από τη γη. Σ’ ένα στενό ξύλινο κουτί γεμάτο σκόρπια λόγια και μνήμες. Ένα κουτί που κατ΄ευφημισμό το λένε «υποβολείο».
Ο ρόλος που του ανατέθηκε να υπαγορεύει είναι πολύ απαιτητικός, γι’ αυτό προφανώς κι ο θεατρώνης επέλεξε αυτόν. Κάποιοι σύγχρονοί του έλεγαν πως τον είχε βιώσει τόσο έντονα, που τον ζούσε ακόμα, αραδιάζοντας σκόρπιες ατάκες απ’ το έργο στην καθημερινότητά του.
Να ‘τος λοιπόν και πάλι, αιώνες μετά, αντιμέτωπος με τον ίδιο ρόλο και τα φαντάσματα του. Τι κι αν βρίσκεται πια σφηνωμένος σ’ αυτό το στενό κουτί της σκηνής, αθέατος από παντού. Στο κεφάλι του είναι και πάλι ο ρόλος. Νιώθει όπως η ήρωας του‧ μοιράζεται τη σκέψη και τα πάθη του.
Όσο κι αν ταυτίζεται όμως, όσο κι αν συμπάσχει, ελάχιστη σημασία έχει για το κοινό ή το έργο αν κουνά χέρια και πόδια με πάθος. Κανείς δεν τον κοιτάζει, έτσι κρυμμένος που βρίσκεται.
Στη θέση που είναι τον βλέπει μόνο ο πρωταγωνιστής της παράστασης. Ακούει ξεκάθαρα τα λόγια. Είναι ατσίδα – τα πιάνει, είναι εμφανές όμως πως τον έχουν αιφνιδιάσει τα φώτα της σκηνής και τα αδηφάγα βλέμματα των θεατών και έχει πελαγώσει.
Ο έμπειρος υποβολέας γνωρίζει καλά πως, ακόμα κι αν μόλις άνοιξε η αυλαία, το έργο σύντομα θα τελειώσει. Κι οι δυο τους, ηθοποιός κι υποβολέας, θα βρεθούν στα προσφιλή τους παρασκήνια, ασφαλείς στα κανονικά τους μέτρα.
Μέχρι τότε όμως χωμένος στην υπόγεια κρυψώνα του, ο υποβολέας μας μπορεί μόνο να υποθέτει τις αντιδράσεις των θεατών. Δεν έχει ιδέα αν επικροτούν ή όχι την παράσταση. Κι ο ηθοποιός του, ο επί σκηνής εαυτός του, εγκλωβισμένος στα στενά όρια του ρόλου του δε μπορεί να δώσει ξεκάθαρο σήμα.
Ο υποβολέας πρέπει να προσέχει να μη βγει λάθος λέξη από το στόμα του. Έχει μεγάλη ευθύνη. Δεν κρατά μόνο τα λόγια, αλλά ξέρει και πόσο άγριο μπορεί να γίνει το κοινό αν δεν πειστεί. Γι’ αυτό κι οφείλει να αφήσει τον ηθοποιό εκτεθειμένο στους κινδύνους του ρόλου- απροειδοποίητο. Ο Καίσαρας δεν πρέπει να μάθει για το μαχαίρι του Βρούτου, πριν την ώρα του. Το κοινό δε συγχωρεί ένα υποψιασμένο θύμα.
Αυτό το κοινό όμως -όπως κι ο ρόλος, το έργο ή το χειροκρότημα- ανήκει μόνο σ’ αυτόν που εκτίθεται στα μάτια του κι όχι σ’ όποιον βρέθηκε κάποτε μπροστά του। Το κοινό έτσι κι αλλιώς δεν έχει μνήμη। Γι’ αυτό κι αρέσκεται να κατασπαράζει τους ηθοποιούς, αφού παίξουν ένα ρόλο. Κι αφού τελειώσει μαζί τους, τους στέλνει κάτω από τη γη. Σ’ ένα στενό ξύλινο κουτί γεμάτο σκόρπια λόγια και μνήμες. Ένα κουτί που κατ΄ευφημισμό το λένε «υποβολείο».
Sunday, January 30, 2011
η Απουσία

Πιστεύεις στο Θεό;
Ο Θεός δεν υπάρχει.
Ο Θεός είναι πολύ μακριά. Κι αν υπάρχει δεν έχει χρόνο για όλους εμάς.
Ίσως πάλι δε μας συμπαθεί ιδιαίτερα.
Γι’ αυτό και λείπει. Ακόμα κι αν υποθέσουμε πως υπάρχει, λείπει.
Τον φωνάζεις και δεν απαντά. Τον καλοπιάνεις και δεν απάντα. Τον βρίζεις και δεν απαντά. Γίνεσαι Άγγελος ή Διάβολος και δεν απαντά. Δε σε μαλώνει, ούτε σε ανταμοίβει.
Ο Θεός αδιαφορεί. Είναι κακός γονιός. Και τα παιδιά του, εμείς, γινόμαστε αλήτες. Του πετάμε πέτρες από εκδίκηση.
Γι’ αυτό σου λέω – είναι πανταχού και πάντοτε Απών. Είναι έτη Φωτός μακριά.
Ο Θεός είναι μια απέραντη απουσία. Κι έχουμε ήδη αρκετές απουσίες στη ζωή μας. Έχουμε να μετράμε απουσίες γι’ αυτή τη ζωή και την επόμενη.
Τι ανάγκη έχουμε από μία ακόμα;
Μα γι’ αυτό ακριβώς πιστεύουμε:
Γιατί από τις απουσίες της ζωής μας, έχουμε ανάγκη μία- ας είναι κι η μεγαλύτερη- να πάρει εκδίκηση απ’ όλες και να μας φροντίσει.
Ο Θεός δεν υπάρχει.
Ο Θεός είναι πολύ μακριά. Κι αν υπάρχει δεν έχει χρόνο για όλους εμάς.
Ίσως πάλι δε μας συμπαθεί ιδιαίτερα.
Γι’ αυτό και λείπει. Ακόμα κι αν υποθέσουμε πως υπάρχει, λείπει.
Τον φωνάζεις και δεν απαντά. Τον καλοπιάνεις και δεν απάντα. Τον βρίζεις και δεν απαντά. Γίνεσαι Άγγελος ή Διάβολος και δεν απαντά. Δε σε μαλώνει, ούτε σε ανταμοίβει.
Ο Θεός αδιαφορεί. Είναι κακός γονιός. Και τα παιδιά του, εμείς, γινόμαστε αλήτες. Του πετάμε πέτρες από εκδίκηση.
Γι’ αυτό σου λέω – είναι πανταχού και πάντοτε Απών. Είναι έτη Φωτός μακριά.
Ο Θεός είναι μια απέραντη απουσία. Κι έχουμε ήδη αρκετές απουσίες στη ζωή μας. Έχουμε να μετράμε απουσίες γι’ αυτή τη ζωή και την επόμενη.
Τι ανάγκη έχουμε από μία ακόμα;
Μα γι’ αυτό ακριβώς πιστεύουμε:
Γιατί από τις απουσίες της ζωής μας, έχουμε ανάγκη μία- ας είναι κι η μεγαλύτερη- να πάρει εκδίκηση απ’ όλες και να μας φροντίσει.
Saturday, January 22, 2011
woof

Η μνήμη είναι σαν τα σκυλιά.
Θάβει τις αναμνήσεις στα πιο απίθανα σημεία.
Όσο κι αν την έχεις εκπαιδεύσει, η μνήμη από ένστικτο, στις μεγάλες πείνες θα τρέξει στην καλά φυλαγμένη κρυψώνα της και θα ξεθάψει το αποστεωμένο γνώριμο «μια φορά κι έναν καιρό» μιας άλλης εποχής.
Όσο καλά κι αν ταΐζεις τη μνήμη με νέες, ολοζώντανες, ερεθιστικές εικόνες, οφείλεις να έχεις υπόψη πως κατά κύριο λόγω τρέφεται από τα λάφυρα ενός ένδοξου (ενίοτε κι άδοξου) παρελθόντος.
Γιατί η μνήμη – σαν τα σκυλιά - έχει μια πίστη πιο ισχυρή κι απ΄την ανάγκη.
Δεν καταδέχεται να τραφεί με ό, τι να ‘ναι.
Δεν την ξεγελάς.
Μπορεί να πεθάνει περιμένοντας έξω από μια κλειδωμένη πόρτα.
Θάβει τις αναμνήσεις στα πιο απίθανα σημεία.
Όσο κι αν την έχεις εκπαιδεύσει, η μνήμη από ένστικτο, στις μεγάλες πείνες θα τρέξει στην καλά φυλαγμένη κρυψώνα της και θα ξεθάψει το αποστεωμένο γνώριμο «μια φορά κι έναν καιρό» μιας άλλης εποχής.
Όσο καλά κι αν ταΐζεις τη μνήμη με νέες, ολοζώντανες, ερεθιστικές εικόνες, οφείλεις να έχεις υπόψη πως κατά κύριο λόγω τρέφεται από τα λάφυρα ενός ένδοξου (ενίοτε κι άδοξου) παρελθόντος.
Γιατί η μνήμη – σαν τα σκυλιά - έχει μια πίστη πιο ισχυρή κι απ΄την ανάγκη.
Δεν καταδέχεται να τραφεί με ό, τι να ‘ναι.
Δεν την ξεγελάς.
Μπορεί να πεθάνει περιμένοντας έξω από μια κλειδωμένη πόρτα.
Tuesday, January 11, 2011
περι Τέχνης

Ακολουθεί το προσωπικό μανιφέστο του Jirashimosu σχετικά με το τί είναι Τέχνη. Εννοείται είναι καθαρά υποκειμενικό και δεν έχει καθολικές αξιώσεις. Λοιπόν, έχουμε και λέμε:
• Η Τέχνη που υπερκοστολογείται χάνει το στόχο της. Κι όταν λέω στόχο δεν εννοώ σε ποιον απευθύνεται, γιατί η Τέχνη που υπερχρεώνεται είναι πάντα πολύ συγκεκριμένο σε ποιον απευθύνεται. Ακόμα κι αν ο μεταπράτης της δεν την ονομάζει τέχνη αλλά πατάτες. Στόχο εννοώ το σκοπό για τον οποίον πρωτογενώς παράγεται.
• Η Τέχνη δεν χαϊδεύει ματαιοδοξίες, δε χτίζει ούτε επιβεβαιώνει στάτους, δε λειτουργεί ως πεδίο επίδειξης δύναμης, πλούτου, κοινωνικής θέσης. Η Τέχνη εξισώνει τους πάντες, πλούσιους και φτωχούς, εκπαιδευμένους και απαίδευτους. Κι αυτός που διαχωρίζει τη θέση του από το διπλανό του σε ένα καλλιτεχνικό γεγονός, επισημαίνοντας τις διαφορές που τους χωρίζουν, απλά δεν έχει καταφέρει να βρίσκεται εκεί που πρέπει.
• Η Τέχνη δεν πουλιέται, ούτε αγοράζεται. Όταν πληρώνεις ένα έργο τέχνης, είτε αυτό είναι μουσική, είτε ζωγραφική είτε θέατρο, δεν πληρώνεις το ταλέντο ή το χρόνο του δημιουργού. Αγοράζεις απλά τη διαθεσιμότητά του να δημιουργεί για να κοινωνεί το χάρισμά του αναπόσπαστος. Γι’ αυτό κι ο καλλιτέχνης που ζει με υπερβολή, δεν είναι πραγματικός καλλιτέχνης. Στην Τέχνη έχεις ανάγκη ακριβώς όσα χρειάζεται το σώμα σου για να μένει το μυαλό σου ελεύθερο.
• Η Τέχνη δεν είναι επί τούτου διεργασία. Δεν χρειάζεται προαπαιτούμενες γνώσεις για να την κοινωνήσεις. Η Τέχνη είναι καθαρή συγκίνηση. Όσο πιο καθαρός και άδειος σταθείς ενώπιον της, τόσο περισσότερη αξία έχει η χαρά που θα σου προσφέρει. Η διακειμενικότητα, οι αναφορές, η ιστορική και καλλιτεχνική συνέχεια είναι παιχνίδια που παίζουν οι καλλιτέχνες, οι μελετητές και το έμπειρο κοινό. Η ουσία της αληθινής Τέχνης προκύπτει όταν την κοινωνήσεις παιδί, ξεχνώντας όλα όσα έμαθες ποτέ. Κι όταν επιστρέψεις στις γνώσεις σου θα τις βρεις πλούσιες. Η πρωταρχική συγκίνηση θα βρει τη θέση της στο οπλοστάσιό σου.
• Η Τέχνη δεν μπαίνει σε καλούπια και νόρμες. Δεν ακολουθεί κανόνες. Δεν έχει συγκεκριμένη ηθική. Μπορεί να καταπιαστεί με το πιο σκληρό πράγμα, όταν χρειάζεται για να δηλώσει κάτι. Η Τέχνη ποτέ δε θα καταφέρει να γίνει πιο βίαια από την πραγματικότητα γιατί εκπορεύεται πάντα από αυτήν. Αν δεις ένα έργο τέχνης που σε σοκάρει μη σπεύσεις να επιτεθείς στη διαστροφή του Καλλιτέχνη. Κοίτα πρώτα γύρω σου ή μέσα σου, γιατί μάλλον κάτι υπάρχει εκεί που οι κεραίες του δημιουργού έχουν διαισθανθεί. Η Τέχνη επισημαίνει τον Κίνδυνο, δεν τον προκαλεί.
• Δεν υπάρχει καλή και κακή Τέχνη, σωστή και λάθος. Τέχνη είναι η αισθητική κι οι ιστορίες σου. Το πως βιώνεις τον κόσμο που σε περιβάλλει και τη σχέση σου με το σύμπαν. Αν καταφέρει κάτι να σε συγκινήσει αυθεντικά, ακόμα κι αν είναι ευτελές, δέξου το σαν την προσωπική σου μορφή Τέχνης. Μην το αρνηθείς, μην το υποτιμήσεις. Το ζητούμενο της Τέχνης είναι η συγκίνηση. Αρκεί αυτό που σε συγκινεί να είναι δημιούργημα. Να έχει φτιαχτεί γι’ αυτό το λόγο, ανασυνθέτοντας στοιχεία της πραγματικότητας. Η φύση δεν είναι Τέχνη. Η Τέχνη προϋποθέτει το ψέμα, τη μίμηση. Η φύση είναι η αφετηρία της Τέχνης. Είναι η Έμπνευση.
• Τέλος, αν δεν μπορείς να κάνεις Τέχνη, να δημιουργήσεις, να αφιερωθείς, μην απογοητευτείς. Οι παραγωγικοί δέκτες της Τέχνης είναι η Ύψιστη μορφή καλλιτεχνών. Συχνά το παραβλέπουν. Κι είναι ειλικρινά αυτοί που έχουν τη δύναμη να εκτοξεύσουν την Τέχνη σε άλλες, υπαρξιακές, σφαίρες. Χωρίς αυτούς η μουσική θα ήταν θόρυβοι, η ζωγραφική τελάρα και μπογιές, η γλυπτική μάρμαρα και πέτρες, το Θέατρο ένα τσούρμο αλαφροΐσκιωτοι απατεώνες κι ο Δημιουργός - Καλλιτέχνης η ζωντανή απόδειξη ότι δεν υπάρχει Θεός κι ούτε ποτέ υπήρξε.
• Η Τέχνη που υπερκοστολογείται χάνει το στόχο της. Κι όταν λέω στόχο δεν εννοώ σε ποιον απευθύνεται, γιατί η Τέχνη που υπερχρεώνεται είναι πάντα πολύ συγκεκριμένο σε ποιον απευθύνεται. Ακόμα κι αν ο μεταπράτης της δεν την ονομάζει τέχνη αλλά πατάτες. Στόχο εννοώ το σκοπό για τον οποίον πρωτογενώς παράγεται.
• Η Τέχνη δεν χαϊδεύει ματαιοδοξίες, δε χτίζει ούτε επιβεβαιώνει στάτους, δε λειτουργεί ως πεδίο επίδειξης δύναμης, πλούτου, κοινωνικής θέσης. Η Τέχνη εξισώνει τους πάντες, πλούσιους και φτωχούς, εκπαιδευμένους και απαίδευτους. Κι αυτός που διαχωρίζει τη θέση του από το διπλανό του σε ένα καλλιτεχνικό γεγονός, επισημαίνοντας τις διαφορές που τους χωρίζουν, απλά δεν έχει καταφέρει να βρίσκεται εκεί που πρέπει.
• Η Τέχνη δεν πουλιέται, ούτε αγοράζεται. Όταν πληρώνεις ένα έργο τέχνης, είτε αυτό είναι μουσική, είτε ζωγραφική είτε θέατρο, δεν πληρώνεις το ταλέντο ή το χρόνο του δημιουργού. Αγοράζεις απλά τη διαθεσιμότητά του να δημιουργεί για να κοινωνεί το χάρισμά του αναπόσπαστος. Γι’ αυτό κι ο καλλιτέχνης που ζει με υπερβολή, δεν είναι πραγματικός καλλιτέχνης. Στην Τέχνη έχεις ανάγκη ακριβώς όσα χρειάζεται το σώμα σου για να μένει το μυαλό σου ελεύθερο.
• Η Τέχνη δεν είναι επί τούτου διεργασία. Δεν χρειάζεται προαπαιτούμενες γνώσεις για να την κοινωνήσεις. Η Τέχνη είναι καθαρή συγκίνηση. Όσο πιο καθαρός και άδειος σταθείς ενώπιον της, τόσο περισσότερη αξία έχει η χαρά που θα σου προσφέρει. Η διακειμενικότητα, οι αναφορές, η ιστορική και καλλιτεχνική συνέχεια είναι παιχνίδια που παίζουν οι καλλιτέχνες, οι μελετητές και το έμπειρο κοινό. Η ουσία της αληθινής Τέχνης προκύπτει όταν την κοινωνήσεις παιδί, ξεχνώντας όλα όσα έμαθες ποτέ. Κι όταν επιστρέψεις στις γνώσεις σου θα τις βρεις πλούσιες. Η πρωταρχική συγκίνηση θα βρει τη θέση της στο οπλοστάσιό σου.
• Η Τέχνη δεν μπαίνει σε καλούπια και νόρμες. Δεν ακολουθεί κανόνες. Δεν έχει συγκεκριμένη ηθική. Μπορεί να καταπιαστεί με το πιο σκληρό πράγμα, όταν χρειάζεται για να δηλώσει κάτι. Η Τέχνη ποτέ δε θα καταφέρει να γίνει πιο βίαια από την πραγματικότητα γιατί εκπορεύεται πάντα από αυτήν. Αν δεις ένα έργο τέχνης που σε σοκάρει μη σπεύσεις να επιτεθείς στη διαστροφή του Καλλιτέχνη. Κοίτα πρώτα γύρω σου ή μέσα σου, γιατί μάλλον κάτι υπάρχει εκεί που οι κεραίες του δημιουργού έχουν διαισθανθεί. Η Τέχνη επισημαίνει τον Κίνδυνο, δεν τον προκαλεί.
• Δεν υπάρχει καλή και κακή Τέχνη, σωστή και λάθος. Τέχνη είναι η αισθητική κι οι ιστορίες σου. Το πως βιώνεις τον κόσμο που σε περιβάλλει και τη σχέση σου με το σύμπαν. Αν καταφέρει κάτι να σε συγκινήσει αυθεντικά, ακόμα κι αν είναι ευτελές, δέξου το σαν την προσωπική σου μορφή Τέχνης. Μην το αρνηθείς, μην το υποτιμήσεις. Το ζητούμενο της Τέχνης είναι η συγκίνηση. Αρκεί αυτό που σε συγκινεί να είναι δημιούργημα. Να έχει φτιαχτεί γι’ αυτό το λόγο, ανασυνθέτοντας στοιχεία της πραγματικότητας. Η φύση δεν είναι Τέχνη. Η Τέχνη προϋποθέτει το ψέμα, τη μίμηση. Η φύση είναι η αφετηρία της Τέχνης. Είναι η Έμπνευση.
• Τέλος, αν δεν μπορείς να κάνεις Τέχνη, να δημιουργήσεις, να αφιερωθείς, μην απογοητευτείς. Οι παραγωγικοί δέκτες της Τέχνης είναι η Ύψιστη μορφή καλλιτεχνών. Συχνά το παραβλέπουν. Κι είναι ειλικρινά αυτοί που έχουν τη δύναμη να εκτοξεύσουν την Τέχνη σε άλλες, υπαρξιακές, σφαίρες. Χωρίς αυτούς η μουσική θα ήταν θόρυβοι, η ζωγραφική τελάρα και μπογιές, η γλυπτική μάρμαρα και πέτρες, το Θέατρο ένα τσούρμο αλαφροΐσκιωτοι απατεώνες κι ο Δημιουργός - Καλλιτέχνης η ζωντανή απόδειξη ότι δεν υπάρχει Θεός κι ούτε ποτέ υπήρξε.
Monday, January 10, 2011
μια αλήθεια

Βρέθηκα προχτές αντιμέτωπος με μια εναλλακτική αλήθεια. Τόσο δίπλα στην απόλυτη ψευτιά, που σχεδόν τις μπέρδευες. Κι όμως: ήταν μια από τις πιο αυθεντικές αλήθειες που έχω συναντήσει ποτέ. Τόσο σίγουρη για την αξιοπιστία της, που ακόμα κι αν την ακολουθούσε ένας παράλογος ισχυρισμός, όπως πχ ότι η γη είναι επίπεδη ή ότι οι άνθρωποι πετάνε, δε θα τολμούσες να το αμφισβητήσεις.
Κι ένιωσα άλλη μια φορά προχτές, πως αλήθεια μπορεί να είναι και το ψέμα αν βγαίνει στο μέγεθος, το χρώμα και το ύφασμα που θέλει κάποιος να ντυθεί. Ένιωσα πως η αλήθεια είναι μια επιλογή που ορίζεται από αμέτρητους παράγοντες και συναστρίες και την τελευταία ώρα δεν είναι παρά μι’ αυτονόητη ταυτότητα που υπήρχε από πάντα αιωρούμενη ανάμεσα στις αλήθειες των άλλων. Χρειάζεται μόνο ένα αποφασιστικό άλμα στο κενό την κατάλληλη στιγμή (συνήθως την τελευταία).
Προχτές λοιπόν, είδα ανθρώπους - φορείς μιας απόλυτης αλήθειας και της γενναιοδωρίας να της επιτρέψουν να συντελεστεί ενώπιον κοινού. Όχι από αυτοθυσία, αλτρουισμό ή οποιαδήποτε άλλη ανθρωπιστική διάθεση. Δεν ήταν ιεραπόστολοι που ήθελαν να μας διδάξουν την αλήθεια, ούτε προφήτες. Κάθε άλλο. Είχαν όλη τη θνητή ματαιοδοξία των ανθρώπων που κάνουν ότι κάνουν αποκλειστικά και μόνο για την προσωπική τους ικανοποίηση, σχεδόν εγωιστικά, ασφαλισμένοι πίσω από ένα παραπέτασμα που δε μπορούσε κανείς να το παραβιάσει, ακόμα κι αν τους απειλούσε με περίστροφο.
Κι είδα πρόσωπα και πράγματα τετριμμένα, που τα είχα ξαναδεί και νόμιζα πως είχα στραγγίξει κάθε ρανίδα συγκίνησης, να στέκονται και πάλι μπροστά μου αυθεντικά και πρωτόγνωρα. Όχι με τον τρόπο της αρχικής τους μορφής, ούτε καν με τη δική μου υποκειμενική ανάγνωση και συγκινησιακή προσαρμογή. Στέκονταν μπροστά μου με έναν ολοκαίνουργιο τρόπο, τόσο αυστηρά και λεπτομερώς διατυπωμένο, που ήταν σχεδόν απαγορευτικό να τα αμφισβητήσεις. Τόσο αληθινά, καινούργια μα και πρωτότυπα που άρχισα να αμφιβάλλω για την λεγόμενη αντικειμενική αλήθεια και την αξιοπιστία της.
Κι έτσι μπερδεμένος στους καπνούς των τσιγάρων και στο αλκοόλ έφτασα στο συμπέρασμα πως η αλήθεια κι η πραγματικότητα δεν έχουν καμία σχέση. Η αλήθεια κι η αλήθεια δεν έχουν σχέση. Κι από εκεί που δεν το περιμένεις, καμιά φορά, ένα παρεξηγημένο ψέμα έρχεται να σταθεί μπροστά σου με τόση αφοπλιστική ειλικρίνεια που δε σου αφήνει περιθώριο αμφισβήτησης. Απλά επιλέγεις: αποδέχεσαι την αποκάλυψη ή κλείνεις τα μάτια κι αδιαφορείς;
Βασικά, αυτό είναι το καλό με τις αλήθειες. Αν σε κάνουν να νιώθεις αμήχανα ή άβολα μπορείς πάντα να ισχυριστείς ότι ετούτη η αλήθεια δεν έχει καμία σχέση με τη δική σου. Και την ίδια στιγμή να εφεύρεις μια άλλη, βολική, ελαστική κι ανώδυνη, στην οποία κανείς δε θα μπορεί να επιτεθεί, απλά και μόνο γιατί σ’ αυτό τον κόσμο, όλα μπορούν να ισχύσουν. Ακόμα κι όσα δεν έχει δει ή νιώσει άνθρωπος ποτέ. Ως τη στιγμή που θα βρεθεί κάποιος να τα διατυπώσει.
Κι ένιωσα άλλη μια φορά προχτές, πως αλήθεια μπορεί να είναι και το ψέμα αν βγαίνει στο μέγεθος, το χρώμα και το ύφασμα που θέλει κάποιος να ντυθεί. Ένιωσα πως η αλήθεια είναι μια επιλογή που ορίζεται από αμέτρητους παράγοντες και συναστρίες και την τελευταία ώρα δεν είναι παρά μι’ αυτονόητη ταυτότητα που υπήρχε από πάντα αιωρούμενη ανάμεσα στις αλήθειες των άλλων. Χρειάζεται μόνο ένα αποφασιστικό άλμα στο κενό την κατάλληλη στιγμή (συνήθως την τελευταία).
Προχτές λοιπόν, είδα ανθρώπους - φορείς μιας απόλυτης αλήθειας και της γενναιοδωρίας να της επιτρέψουν να συντελεστεί ενώπιον κοινού. Όχι από αυτοθυσία, αλτρουισμό ή οποιαδήποτε άλλη ανθρωπιστική διάθεση. Δεν ήταν ιεραπόστολοι που ήθελαν να μας διδάξουν την αλήθεια, ούτε προφήτες. Κάθε άλλο. Είχαν όλη τη θνητή ματαιοδοξία των ανθρώπων που κάνουν ότι κάνουν αποκλειστικά και μόνο για την προσωπική τους ικανοποίηση, σχεδόν εγωιστικά, ασφαλισμένοι πίσω από ένα παραπέτασμα που δε μπορούσε κανείς να το παραβιάσει, ακόμα κι αν τους απειλούσε με περίστροφο.
Κι είδα πρόσωπα και πράγματα τετριμμένα, που τα είχα ξαναδεί και νόμιζα πως είχα στραγγίξει κάθε ρανίδα συγκίνησης, να στέκονται και πάλι μπροστά μου αυθεντικά και πρωτόγνωρα. Όχι με τον τρόπο της αρχικής τους μορφής, ούτε καν με τη δική μου υποκειμενική ανάγνωση και συγκινησιακή προσαρμογή. Στέκονταν μπροστά μου με έναν ολοκαίνουργιο τρόπο, τόσο αυστηρά και λεπτομερώς διατυπωμένο, που ήταν σχεδόν απαγορευτικό να τα αμφισβητήσεις. Τόσο αληθινά, καινούργια μα και πρωτότυπα που άρχισα να αμφιβάλλω για την λεγόμενη αντικειμενική αλήθεια και την αξιοπιστία της.
Κι έτσι μπερδεμένος στους καπνούς των τσιγάρων και στο αλκοόλ έφτασα στο συμπέρασμα πως η αλήθεια κι η πραγματικότητα δεν έχουν καμία σχέση. Η αλήθεια κι η αλήθεια δεν έχουν σχέση. Κι από εκεί που δεν το περιμένεις, καμιά φορά, ένα παρεξηγημένο ψέμα έρχεται να σταθεί μπροστά σου με τόση αφοπλιστική ειλικρίνεια που δε σου αφήνει περιθώριο αμφισβήτησης. Απλά επιλέγεις: αποδέχεσαι την αποκάλυψη ή κλείνεις τα μάτια κι αδιαφορείς;
Βασικά, αυτό είναι το καλό με τις αλήθειες. Αν σε κάνουν να νιώθεις αμήχανα ή άβολα μπορείς πάντα να ισχυριστείς ότι ετούτη η αλήθεια δεν έχει καμία σχέση με τη δική σου. Και την ίδια στιγμή να εφεύρεις μια άλλη, βολική, ελαστική κι ανώδυνη, στην οποία κανείς δε θα μπορεί να επιτεθεί, απλά και μόνο γιατί σ’ αυτό τον κόσμο, όλα μπορούν να ισχύσουν. Ακόμα κι όσα δεν έχει δει ή νιώσει άνθρωπος ποτέ. Ως τη στιγμή που θα βρεθεί κάποιος να τα διατυπώσει.
Subscribe to:
Posts (Atom)








